Τρίτη, 18 Μαΐου 2010

Το Νεραϊδοπάτημα

Τον ξύπνησε ο ήχος της φωτιάς καθώς κατέτρωγε τα προσανάμματα. Χωρίς ν’ ανοίξει τα μάτια του, τράβηξε τη βαριά βελέντζα από γιδόμαλλο, κι έκανε να γυρίσει, να βολευτεί καλύτερα. Άνοιξε τα μάτια του απότομα κάτω απ’ τα στρωσίδια. Το πόδι του το αριστερό. Δεν το ‘νοιωθε.
- Καλλιόπη! Έλα τρίψε με λίγο! Δεν το νοιώθω…
Είχε ήδη ανακαθίσει στο κρεβάτι. Κατακόκκινος, στρογγυλοπρόσωπος, με παχύ μουστάκι και μάτια γουρλωμένα από έναν αδιόρατο φόβο, έτριβε με μανία το πόδι του απ, το μηρό ως το γόνατο.
- Στο ‘πα Τάσο μ’ να το παρατήσεις το χωράφι… Εσύ έκατσες ως τα παράωρα. Μεσ’ στα σκοτίδια γύρισες
- Γυναίκα, ο Οκτώβρης μέσιασε κι ο καιρός χαλάει απότομα. Ήθελα να τελειώσω το σβάρνισμα στο Κεραμαριό, σήμερα έχω τις Καρυές δυό μέρες τις Αλαταριές, κι ύστερα να σπείρω… Θα χρειαστεί κι ο Νάσος το μουλάρι του…
- Α, να σε δω σήμερα, π’ αρρώστησες ποιος θα τα προκάμει. Άρπαξες πούντα. Εκείνη η σούδα στο Κεραμαριό, κατεβάζει έναν αέρα προς το Βαθύρ’μα…


Δεν πήγε στα χωράφια ο Τάσος. Τον έτριψε με τσίπουρο, του κόλλησε ποτήρια στην μέση, τον έκοψε, τον σκέπασε καλά.. Ως το σούρουπο, δεν ένοιωθε τίποτα απ’ τη μέση και κάτω. Έτρεχε αλαφιασμένη η Καλλιόπη μέσα – έξω όλη μέρα να προλάβει τα δυό μωρά – χρονιάρικο το θηλυκό, πάτησε τα τρία το αγόρι - να ‘τοιμάσει το φαγητό, να διατάξει τα μεγαλύτερα πώς να τα φέρουν βόλτα με τα γίδια, τις κότες, τα μουλάρια…. Έστειλε τον Κώστα στον άλλον μαχαλά να μηνύσει στ’ αδέρφια της να έρθουν στο σπίτι γιατί «ο πατέρας, δεν είναι καλά».
Σαν τρένο ξεφυσούσε ο Τάσος. Τα παχιά του φρύδια έπεφταν πάνω απ’ τα μάτια του που έμεναν ώρα πολλή να κοιτάνε το κενό με τον τρόμο ζωγραφισμένο σε κάθε γωνία του προσώπου του. Τι έκανε; Πως του ’τυχε αυτό; Γιατί σ’ αυτόν; Κανένας στο σόι του δεν αρρώστησε έτσι. Ούτε ο πατέρας του δεν έμεινε κατάκοιτος στα βαθιά γεράματά του. Γιατί αυτός; Κι αν δεν σηκωνόταν ποτέ ξανά; Κι αν ο κόσμος του περιοριζόταν σ’ αυτό το μαντζάτο; Αυτός, ο ψηλός, ο λυγερόκορμος, ο λεβέντης που περπατούσε κι έτριζε η γης κατάκοιτος; Κατάκοιτος;!
- Α, ρε Τάσο! Σήκω πάνω ωρέ αδέρφι!
Η φωνή του Μήτσου τον τράβηξε από τη φοβερή δίνη πανικού όπου τον έσερνε η σκέψη του. Ο γυναικάδελφος περνούσε την πόρτα του μαντζάτου με το μαύρο φεσάκι του γερτό στο κεφάλι και την κάπα ανάρριχτη στους ώμους. Κοντός, γεροδεμένος, στραβοκάνης. Πίσω του ακολουθούσε ο Νάσος, ο άλλος γυναικάδελφος. Χρειάστηκε να σκύψει για να μπει αυτός. Ψηλότερος μα πιο ντελικάτος, με ευγενικά χαρακτηριστικά και μάτια που ανάδιναν μια γλύκα, μιαν απροσδιόριστη οικειότητα. Τελευταίος μπήκε ο Κώστας, ο μεγάλος γιος του Τάσου και πήγε και στάθηκε δίπλα στην πόρτα, κάτω απ’ το λύχνο, όρθιος, να περιμένει διαταγές.
- Βάλε τσίπουρο Κώστα μ’ στους μπαρμπάδες σου, είπε γλυκά ο Τάσος και το παιδί χάθηκε στο σκοτάδι έξω απ’ την κάμαρα.
Είχαν πολεμήσει μαζί ο Μήτσος με τον Τάσο. Στον ίδιο λόχο με λοχαγό τον Κωνσταντίνο τον διάδοχο! Είχαν δεθεί με τα αιώνια δεσμά της μάχης. Είχαν σφυρηλατήσει τη φιλία τους στα χαρακώματα πολύ πριν γίνουν σόι.
- Τι έγινε αδερφέ μου; Ψιθύρισε ο Μήτσος, γονατιστός πια μπροστά στο κρεβάτι, με φωνή που την κρατούσε να μην σπάσει. Τι έπαθες; Ποιος σ’ έριξε κάτω εσένα; Τι θηρίο είναι αυτό που σε πολεμά;
- Πιάσε την καπνοσακούλα και στρίψε μου ένα παχύ, φτιάξτε και για σας, κι ύστερα καθίστε να σας πω.
Τους τα ’πε όλα. Σα να μιλούσε στον εαυτό του φωναχτά, σα στον πνευματικό του. Όλη τη χτεσινή μέρα. Πως είχε βγει για τα καλά ο ήλιος όταν σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι, πως έβαλε τη Ζωή να του γεμίσει μια μ’σούρα τραχανά βρασμένο με γάλα και τριμμένα κομμάτια γίδινο τυρί που τον έφαγε λαίμαργα κι ύστερα πως πήρε το δρόμο για το Κεραμαριό.
Είχε στείλει τον Πανάκο από νωρίς να βάλει τη βαρέλα στη βρυσίτσα να γεμίσει και να αφήσει τα μουλάρια στον άμπλα να πιουν κι όταν πήγε τα βρήκε στο χωράφι, ζέψανε τη σβάρνα μαζί με τον γιο του και ξεκίνησε τη δουλειά. Το πρωινό πέρασε έτσι. Έκανε ένα διάλειμμα το μεσημέρι, έφαγε το φαγητό που του ’φερε ο Πανάκος, τυλίχτηκε την κάπα κι έγειρε στη ρίζα της λεύκας δίπλα στο ρέμα να ξεκουραστεί. Ξύπνησε και συνέχισε το σβάρνισμα ως μετά τη δύση. Ποτέ δεν έμενε τόσο αργά, μα, «να, στο διπλανό χωράφι ξεβοτάνιζε η γειτόνισσα κι ως έσκυβε, καμάρωνα τα καπούλια της». Να τα λοξοκοιτάγματα, να τα τραγούδια και τα’ αντιφωνίσματα, επέρασεν η ώρα. Κάποια στιγμή, κάπου στραβά πάτησε, κάποιο αγκάθι τον κάρφωσε, συνήλθε, είδε που νύχτωνε, τα μάζεψε βιαστικά και γύρισε σπίτι. Ξαπόστασε, ήπιε νερό, έφαγε, έκανε ένα τσιγάρο στην αυλή, κι ύστερα ξάπλωσε. Το πώς ξύπνησε το ήξεραν όλοι…
- Τάσο, κανονίσαμε να έρθει ο Γιατρός. Ως αύριο το γιόμα θα είναι εδώ, είπε ο Νάσος.
Δεν έμειναν πολύ γιατί το φεγγάρι ήταν στη χάση του, ο ουρανός συννεφιασμένος κι ο δρόμος μακρύς, είπαν αλλά η σιωπή ήταν σα να έκλεβε τον αέρα απ’ την κάμαρη και δυσκόλευε την αναπνοή. Ο ντελικάτος, ο ψηλός, ο Νάσος στάθηκε πιο δυνατός, τη στιγμή που ο Μήτσος με το ζόρι κρατούσε τα δάκρυα απ’ τα μάτια του. Χάθηκαν, σκυφτοί μέσα στη νύχτα την ώρα που έπιασε αέρας.
Η Καλλιόπη στάθηκε στο πορτόθυρο και τους συνόδευε με τα μάτια. Άκουγε τον αέρα να κατεβαίνει απ’ τη σούδα την Αλεξέϊκη, να περνά μέσ’ απ’ τα κλαριά και να ουρλιάζει. Ήταν αλλιώτικος ο ήχος απόψε ή της φάνηκε;
- Τον αντιοβραίο μ’ Καλλιόπη κλείσε την πόρτα, σαν ν’ αλυχτάει ακούγεται τούτος ο αέρας απόψε!
Έκλεισε, μαντάλωσε και πήγε ν’ ανάψει το καντήλι κάνοντας το σταυρό της και μουρμουρίζοντας…
- Ο θεός να μας φυλάει… βόηθα Αϊ Γιάννη μ’ να μη μας βρει κάνα τρανύτερο κακό…
…..
Ο γιατρός δεν μπόρεσε να βοηθήσει σε τίποτα και τον κατέβασαν στην Καρδίτσα. Ένα μήνα έμεινε στο νοσοκομείο, γιατροί τον έβλεπαν, αδέρφια ξαδέρφια, σόγια, μηλαδέρφια αλλά καλυτέρευση καμιά. Τον πήγαν στην Αθήνα. «Προσωρινή παράλυση» τους είπαν στην αρχή κι ύστερα από 3 μήνες, «παράλυση των κάτω άκρων αγνώστου αιτιολογίας». Έμεινε ως το Πάσχα στην Αθήνα, στο σπίτι ενός ξαδέρφου του στα ριζά του Υμηττού, και στα μισά τ’ Απρίλη γύρισε στο χωριό.
…….

Τα παιδιά τρόμαξαν σαν τον είδαν. Ο γυναικάδελφός του ο Μήτσος έκλαιγε σα μωρό παιδί. Είχε καθίσει στο σκαμνί κάτω απ΄ την καρυδιά στην αυλή κι οι ώμοι του έτρεμαν απ’ τον σπαραγμό. Σα πεθαμένος… μισός, με τα μάγουλα βαθουλωμένα, μαυροκίτρινος, τα μάτια ξεπλυμένα, το βλέμμα άδειο. Μόνο τ’ αχείλι του, καθώς κατέβαινε οιγωνιές του προς το πηγούνι, ήταν ζωντανό. Φαρμάκι σκέτο. Είχε γεράσει 30 χρόνια μέσα σε 5 μήνες! Τον κατέβασαν απ’ τα’ άλογο, τον πήρε ο Νάσος αγκαλιά – ένα σακί με κόκαλα – και τον απίθωσε απαλά στο κρεβάτι δίπλα στο τζάκι, στο μαντζάτο. Η Καλλιόπη είχε ανοιχτά τα παραθύρια και τα παραθυρόφυλλα, είχε αλλάξει καραμελωτές, μαντανίες και είχε ρίξει από πάνω βελέντζα φλοκιαστή.
- Που είναι το τραγότσολο, Καλλιόπη!
- Είπα να βάλω το φλοκάτο, Τάσο, να μη σ’ αγκυλώνει
- Πως θα το καταλάβω, γαμώ το στανιός τ’ αγκύλωμα;
Τέτοιες αρρώστιες μπορούν να κάνουν τον άνθρωπο σκληρό.

Την άλλη μέρα έφτασε το γράμμα του αδερφού του απ’ την Αραπιά, την Αντίς Αμπέμπα.
«Τάσο, αδερφέ, θυμάσαι το τρανό βιβλίο που είχε ο παππούς απά στην κάμαρα την καλή, κάτω απ’ το γιούκο; Τη Σολομωνική; Το ‘χει η Αγορή τ’ Μανόλη στο Μπέλο. Με τα χέρια μου της το ‘δωσα. Αυτή να πας να βρεις, Να της πεις ποιος είσαι και τι έπαθες κι αυτή θα ξέρει τι να κάνειι»

Στο Μπέλο πήγε η Καλλιόπη με τη Ζωή. Την ήξερε την Αγόρω τ’ Μανόλη, και πώς να μην την ξέρει; Αυτή την ξεγέννησε και τις οχτώ φορές, κι ήταν καλή μαμή: πέντε της έζησαν και μεγαλώνουν μια χαρά!
- Αγόρω μ’ το και το, έκατσε και της ιστόρησε τα δεινά της οικογένειας μέσα σε κλάματα. Της είπε για το γράμμα που πήραν απ’ τον αδερφό τ’ αντρός της που ήταν παπάς και δάσκαλος εκεί στην Αραπιά και για το βιβλίο που έλεγε τι πρέπει να γίνει για να σηκωθεί και να περπατήσει ο Τάσος.
Σκεφτική και συννεφιασμένη άκουγε η Αγόρω. Σκληρή γυναίκα, βασανισμένη. Το καταλάβαινες από το στόμα, έτσι που ήταν ζαρωμένα μόνιμα τα χείλη της, κι απ’ τις δυό βαθιές, κάθετες ρυτίδες ανάμεσα στα φρύδια της. Το καταλάβαινες κι από τον τρόπο που κουνούσε τα χέρια της καθώς έπαιζε μ΄ ένα μικρό χαϊμαλί που κρεμόταν από ένα κορδόνι πιασμένο με παραμάνα απ’ τη μαλλίνα της. Τα μάτια της, όμως και το χρώμα της φωνής της μετέδιδαν γλυκύτητα, καλοσύνη, γαλήνη.
- Τάσενα, να πας στ’ Αγίασμα να γεμίσεις αυτά τα τρία αγγειά, της είπε και της έδωσε τρια μικρά, θαμπά, πρασινομπλέ μπουκαλάκια. Ύστερα σύρε στην Παναγία να βρεις τον Παπαγώγο να σε διαβάσει. Για το Θεό, μην του πεις για τα μπουκάλια! Κρύψ’ τα στον κόρφο σου. Άμα γυρίσεις σπίτι, άναψε το καντήλι στο κόν’σμα, πες το πάτερ ημών, και βάλε τα μπουκάλια εκεί. Εγώ θα ‘ρθω το βράδυ τ’ Αγιωργιού…
Όπως της τα ‘πε έτσι κι έκανε η Καλλιόπη και το απομεσήμερο τ’ Αγιωργιού 23 τ’ Απρίλη το 1939, έφτασε η Μανόλω στο σπίτι. Ξεπέζεψε απ’ το γάιδαρο, έσιαξε τη μαντίλα στο κεφάλι, καλησπέρισε, και μπήκε μέσα.
- Ζωϊτσα μ’, δόμου κόρη μου τα μπουκάλια, φέρε και την εικόνα απ’ το κονσ’μα εδώ να, δίπλα μου, κι ύστερα βγείτε όλοι έξω, είπε, κι έβγαλε ένα παλιό, χοντρό, τσαλακωμένο βιβλίο απ’ τον κόρφο της.
Όση ώρα μιλούσε και διάταζε δεν γύρισε ούτε μια στιγμή να κοιτάξει τον Τάσο. Αφού της έφεραν ό,τι ζήτησε, άνοιξε το βιβλίο, άπλωσε στη σειρά μπροστά στα πόδια της τα μπουκάλια, πήρε την εικόνα στα χέρια της, κάτι ψιθύρισε κι ύστερα γύρισε και κοίταξε προς τον Τάσο. Τα μάτια της έβγαζαν φωτιές….
…..
Καμιά δεκαριά νοματαίοι στέκονταν στην αυλή και μιλούσαν. Μ’ όλο που ήταν Απρίλης, έκανε ζέστη κι ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος. Κόσμος πηγαινοερχότανε να ρωτήσει «πως πάει ο Τάσος» άλλος από ενδιαφέρον, άλλος από περιέργεια. Οι κότες στην αυλή γυρνούσαν τεμπέλικα και τσιμπολογούσαν το χώμα, ο Ψαρής, το μουλάρι, χτυπούσε που και που το πόδι του στο χώμα στον αχυρώνα, ο μάγκας, το σκυλί τσ’ Βασίλενας φοβέριζε τα σπουργίτια. Μπορούσες να δεις τις σκιές ν’ αλλάζουν θέση όσο οι ώρες κυλούσαν στο μεγάλο ρολόι του κόσμου.
Η Ζωϊτσα έσφιξε ξάφνου τη ζακέτα στο λιγνό κορμί των δεκάξι χρόνων της.
- Έβαλε κρύο μάνα, είπε
Το ‘νοιωσε κι η Καλλιόπη που αναδεύτηκε σα να βγήκε από κάποιο αλλόκοτο όνειρο, σα να ξύπνησε από κάποιον απόκοσμο ύπνο. Ο ουρανός είχε μαυρίσει ολόκληρος εξόν από ένα κομμάτι του κοντά στη δύση, πίσω και πάνω απ’ τα έλατα που τρυπούσαν τον ουρανό, στις Ράχες και στα λιβάδια της Αγιαπαρασκευής. Μολύβι σκέτο, είχε κατέβει τόσο χαμηλά λες κι ακουμπούσε στα κεραμίδια του σπιτιού. Κοίταξε ολόγυρα, είχαν απομείνει μόνοι τους, αυτοί και τα παιδιά της στην αυλή. Αλαφιάστηκε! Πότε έφυγαν όλοι; Για τους ξένους δεν την ένοιαζε, τα’ αδέρφια της, πότε έφυγαν;
- Κώστα παλληκάρι μ’, Ζωϊτσα μ’ μαζέψτε τις κότες και κλείστε τον αχυρώνα! Φώναξε την ώρα που έτρεχε να μαζέψει μια ποδιά απ’ τα κλαριά της μηλιάς που την είχε απλώσει να στεγνώσει.
Μια απότομη ριπή αέρα παραλίγο να την πετάξει κάτω αν δεν άρπαζε την τελευταία στιγμή ένα κλωνάρι. Τα πατζούρια χτυπούσαν μανιασμένα, κι όλα τα σκυλιά της γειτονιάς ξεκίνησαν ν’ αλυχτούν, όχι φοβερίζοντας παρά κλαίγοντας. Κείνη την ώρα που σχεδόν πανικός τους είχε κυριεύσει όλους, άνοιξε η οξώπορτα και φάνηκε η Αγόρω στο κατώφλι.
Σκοτεινή, αγριεμένη, αναμαλλιασμένη, με τη μαντίλα πεσμένη στους ώμους κι ένα βλέμμα σκέτο σίδερο. Η φωνή της τρύπησε τον αέρα κι έκανε όλους να σταματήσουν και να στραφούν προς το μέρος της.
- Μπείτε όλοι μέσα! Φώναξε. Εσύ, Κώστα, πάρε τα μπουκαλάκια και δέσε ένα στη μ’λιά, ένα στην καρυά – έλεγε κι έδειχνε σα στρατηγός που διατάζει το στρατό του - κι ένα δέσ’ το στο μάνταλο, στην πόρτα, απ’ την έξω μεριά. Σώσε! Καλλιόπη, πάρτε ξύλα στη γωνιά για όλο το βράδυ, κλείστε, σφαλίστε πόρτες, παντζούρια και παραθυρόφυλλα, μην αφήσετε το καντήλι να σβήσει, και ρίξε στρωσίδια απάν στον Τάσο. Μην ανοίξεις σε κανέναν ό,τι κι αν ακούσεις. Κατάλαβες; Σε κανέναν! Μην αφήσετε τον Τάσο να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι, τ’ ακούς; Να πέσουν τα παιδιά πάνω του αν χρειαστεί. Φυλάξτε τον γιατί απόψε θα ‘ρθουν να τον πάρουν. Ξεκίνησαν κιόλας, είναι εδώ, αλλά όσο έχει φως η μέρα ακόμα δεν θα κάνουν τίποτα. Θα σας ξαναδώ άμα χαράξει η νέα μέρα, αν όλα πάνε καλά!
- Ποιοι θα έρθουν, Αγορω μ’; έκανε έντρομη η Καλλιόπη.
- Μη ρωτάς και κάνε αυτό που σου λέω!
Της είπε κοφτά, κι ύστερα στράφηκε στο γάιδαρό της που πισωπατούσε ανήσυχα προσπαθώντας να λευτερωθεί απ’ το καπίστρι. Καβαλίκεψε στο πλάι, γυναικεία, έχωσε μια με τη φτέρνα στα πλευρά του ζωντανού και χάθηκε στο δρόμο προς το Μπέλο.

Όλα έγιναν σύμφωνα με το πώς διάταξε η Αγόρω. Τα μπουκάλια κρεμάστηκαν, ξύλα μαζεύτηκαν στο μαντζάτο, τα παντζούρια μανταλώθηκαν, το ίδιο κι οι πόρτες και τα τζαμλίκια. Γέμισαν λάδι το καντήλι, έβαλαν καινούργιο φυτίλι, γέμισαν τις λάμπες και τα λυχνάρια, σκέπασαν τον Τάσο, έριξαν ξύλα στη φωτιά και περίμεναν.
Έβαλε το μπισίκι μπροστά στη γωνιά, ανάμεσα στα κρεβάτια που ήταν δεξιά κι αριστερά του τζακιού. Αρκετά κοντά ώστε να μπορεί με το πόδι να το κλωτσάει να τραμπαλίζεται κι αρκετά μακριά ώστε να μη το πιάνει η πύρα του τζακιού. Το μωρό κοιμόταν από ώρα, ευτυχώς. Τα μεγαλύτερα είχαν μαζευτεί στο κρεβάτι δεξιά απ’ το τζάκι. Η Ζωή κρατούσε τον Φούλη αγκαλιά κι ο Πάνος με τον Κώστα έπαιζαν με τις σκιές των χεριών τους στον τοίχο. Στο αριστερό κρεβάτι ήταν ξαπλωμένος και τυλιγμένος με τα βαριά υφαντά ο Τάσος. Πάνω απ’ το κεφάλι του, στον βορινό τοίχο κρεμόταν σ’ ένα καρφί η κάπα του κι ο τροβάς. Στον δυτικό τοίχο, στην πλάτη του, ήταν καρφωμένη μια πάντα με όμορφα λουλούδια κι έναν αταίριαστα μεγάλο ήλιο σ’ έναν εξωπραγματικά μπλε ουρανό. Την είχε υφάνει η Ζωή το πρώτο καλοκαίρι που δούλεψε μονάχη τον αργαλειό. Ήταν το πρώτο της υφαντό.
Στον ίδιο τοίχο υπήρχε το δυτικό παράθυρο κι ακριβώς έξω απ’ αυτό ήταν η μεγάλη καρυά που τα κλαδιά της ακουμπούσαν στο παντζούρι. Ένα ακόμη παράθυρο βρίσκονταν ακριβώς απέναντι απ’ το τζάκι. Αυτό έβλεπε στην εξωτερική σκάλα που ανέβαζε στις πάνω κάμαρες, και στη μηλιά που έβγαζε εκείνα τα μικρά, κακομούτσουνα, ζουμερά και μυρωδάτα ξινόμηλα. Και στα δυό δέντρα, μπροστά από τα δυό μοναδικά παραθύρια του μαντζάτου, είχε κρεμάσει ο Κώστας τα δυό από τα τρία θολά πρασινομπλέ μπουκαλάκια.
Στην πυροστιά έβραζε ο τραχανάς. Είχε κατεβάσει μια θηλιά λουκάνικο απ την τέμπλα, ψιλόκοψε λίγο και το ‘βραζε μαζί για να χορτάσει την οικογένεια, να δυναμώσει λίγο κι ο Τάσος. Κάθε τόσο έστηνε αυτί. Ο αέρας λυσσομανούσε τώρα έξω. Άνοιξε το καπάκι της κατσαρόλας να δοκιμάσει τον τραχανά.

Σαν να τσακίστηκε η γης. Τα παιδιά ούρλιαξαν, το κουτάλι της έφυγε από τα χέρια, ο Τάσος μούγκρισε τρομαγμένος. Το κεφάλι της πονούσε από την ένταση του κρότου. Κοιτούσε γύρω της με τα χέρια να πιέζουν τα’ αυτιά της. Τα παιδιά της στριμωγμένα με την πλάτη στον τοίχο ούρλιαζαν όλα μαζί, το μωρό είχε ξυπνήσει κι έκλαιγε, το καπάκι της κατσαρόλας ήταν μαζί με το κουτάλι στη μέση της φωτιάς. Προσπαθούσε να συγκεντρώσει το μυαλό της. Άξαφνα ένοιωσε πίσω της κάτι να κινείται. Τινάχτηκε, πισωπάτησε, γύρισε τρομαγμένη κι είδε τον Τάσο να πετάει τα στρωσίδια. Θυμήθηκε όσα της έλεγε η Αγόρω το απόγευμα κι έπεσε με δύναμη πάνω του. Τον κράτησε…
- Κώστα, τον πατέρα σας! Φώναξε.
Σαν υπνωτισμένος υπάκουσε ο γιος της και χωρίς να σταματήσει το κλάμα ήρθε κι αυτός να πέσει πάνω του, να τον κρατήσει στο κρεβάτι. Κανείς δεν κατάλαβε τι ήταν αυτό που είχε ακουστεί έτσι. Σαν κεραυνός που έπεσε στην αυλή, σαν οβίδα που έσκασε μέσα στο σπίτι… άγνωστο. Τώρα ένα ασταμάτητο ποδοβολητό ακανόνιστο ακουγόταν από παντού έξω απ΄ το σπίτι. Σα να έπεφτε χαλάζι στο μέγεθος κολοκύθας ή σαν να έτρεχαν χιλιάδες άλογα γύρω, πάνω και στους τοίχους του σπιτιού.
Άφησε τον Κώστα μοναχό να κρατάει τον πατέρα του μόλις τον ένοιωσε να χαλαρώνει κάτω απ΄ τα χέρια της και πήγε στα παιδιά της. Τ’ αγκάλιασε, τα τράβηξε κοντά στο πρόσωπό της και φώναξε για ν’ ακουστεί πάνω απ’ το ποδοβολητό που γέμιζε το δωμάτιο:
- Βαστάτε κι αφήστε τα κλάματα για το πρωί. Ζωίτσα μ. θέλω να προσέχεις τα μικρά κι εσύ Πανάκο μ’ στον πατέρα σ’ μαζί με τον Κωστάκη, είπε κι άρπαξε ένα χαϊμαλί που είχε κρυμμένο κάτω απ’ τα στρωσίδια στο κρεβάτι των παιδιών.
Η Καλλιόπη ήταν μικροκαμωμένη, λιπόσαρκη αλλά γερή γυναίκα. Από μικρή κοντά στα πρόβατα – έτρεχε σαρακατσάνικο αίμα στις φλέβες της – δεν την φοβήθηκε τη δουλειά. Την πάντρεψαν μεγάλη, είχε κλείσει τα 25 πια, γι’ αυτό και την έδωσαν σε χήρο. Δε βαρυγκώμησε ποτέ ούτε γι’ αυτό ούτε για τη δουλειά. Απ’ το πρωί ως το βράδυ δούλευε σα ζωντανό. Κλαρί για τις γίδες, άρμεγμα, μαγείρεμα, κοπάνισμα για να βγάλει βούτυρο, αργαλειό, φροντίδα στον κήπο, πάλι κλαρί… Γερό σκαρί, έκανε πολλά και γερά παιδιά. Επειδή πολλές φορές από ανάγκη κοιμήθηκε κάτω απ’ τα’ αστέρια, ακολουθώντας το κοπάδι, είχε μάθει να ελέγχει τους φόβους της. Έμαθε τη φύση, τους ήχους της, τα ξεσπάσματά της, τα τερτίπια της. Μια φορά μάλιστα, παντρεμένη ήτανε, καθώς ανέβαινε το δρομάκι απ’ τις Αλαταριές προς τον ΑιΓιάννη, πεθαμένη στην κούραση, ζαλισμένη από την πείνα, ταλαιπωρημένη από τις γέννες ανταμώθηκε με καλορίζ’κες. Περνούσαν δίπλα της, στα πέντε μέτρα, μέσα απ’ το ρέμα – στα νερά ή κοντά σ’ αυτά πάνε πάντα – γάμος ολόκληρος, κανονικός. Έβλεπε τη νύφη, τους συγγενείς, τα προικιά να περνάνε όλο τραγούδια και χορούς. Σαν το αποψινό όμως δεν ματάειδε.
Ο αέρας κόντευε να ξηλώσει την πόρτα απ’ τους μεντεσέδες. Δεν ήταν σφύριγμα αυτό, δεν ήταν βουητό. Χιλιάδες φωνές ήταν, νύχια που έσκιζαν τα ντουβάρια, τα παντζούρια, την πόρτα, μουγκρητά από άλλον κόσμο όλο οργή. Αν σταματούσες, αν είχες την ψυχραιμία να στήσεις αυτί, να ξεχωρίσεις τις φωνές, θα το άκουγες. Καθαρά.
- Τάσοοοοο, σήκωωωωωω….
Ένοιωσε ξαφνικά αέρα στο πρόσωπό της, άκουσε τις φωνές καθαρότερα.
- Κώσταααα! Μαζί μου! Ούρλιαξε και χίμηξε στην οξώπορτα
Ο πάνω μεντεσές της πόρτας κρέμονταν μισοξηλωμένος. Άρπαξε το σκαφίδι που ζύμωνε το ψωμί, το ακούμπησε στην πόρτα κι έπεσε κι αυτή πάνω του.
- Πάρε το λιατάκι, πάρε και πιρόνια και κάρφωσ’ το μεντεσέ, είπε στο γιο της.
Ύστερα, κάρφωσαν το πλαστήρι στους παραστάτες και την πόρτα κι έσπρωξαν από πίσω ό,τι βαρύ βρήκαν. Τι ήταν αυτό που είδε απ’ τη χαραμάδα που άφηνε ο κρεμασμένος μεντεσές; Το είδε ή νόμιζε ότι το είδε; Γιατί έχασε τη μιλιά της; Γιατί τα μάτια της έμεναν αφύσικα ανοιχτά;
Γύρισε στο μαντζάτο. Όλα της τα παιδιά ήταν πάνω στον πατέρα τους που πάλευε να σηκωθεί. Άφησε το μωρό να κλαίει κι έπεσε κι αυτή απά στον άντρα της. Δε μίλησε του Κώστα που έστεκε ψηλός κι αδύνατος στη μέση του δωματίου. Το καμάρι της. Το παλληκάρι της. Τα βλέμματά τους ανταμώθηκαν. Κατάλαβαν αμέσως ότι αυτό που νόμιζαν-ότι-είδαν το είχαν δει μαζί.
….

Πρώτα το ένοιωσε με την ψυχή της κι ύστερα το συνειδητοποίησε με τις αισθήσεις της. Όλα ησύχαζαν. Σαν τον ήχο που σβήνει καθώς απομακρύνεται, σαν το φως της μέρας που σώνεται αργά. Έστησε αυτί, τίποτα. Το μωρό κοιμόταν στο μπισίκι. Ο Φούλης είχε αποκοιμηθεί ξέσκεπος στο κρεβάτι, τα μεγάλα είχαν πέσει αποκαμωμένα απά στον πατέρα τους.
Ταχτοποίησε τον Φούλη στο κρεβάτι, τον σκέπασε. Τράβηξε απαλά τη Ζωϊτσα και την οδήγησε, σχεδόν κοιμισμένη, δίπλα του. Ο Πάνος είχε στριμωχτεί ήδη δίπλα στον πατέρα του. Κοιτάχτηκαν στα μάτια με τον Κώστα. Του ‘κανε νόημα να πέσει κι αυτός δίπλα στον πατέρα του.
- Είσαι καλά μάνα; Ρώτησε αυτός
- Πλάγιασε λεβέντη μ’ , απάντησε κι έπιασε να σκαλίζει τη φωτιά αφού έριξε ένα δέντρινο μεγάλο ξύλο στο βάθος της εστίας.
Άκουσε τον κόκορα να λαλεί. Τότε τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα. Σηκώθηκε, έβαλε την εικόνα στο εικονοστάσι, έπεσε στα γόνατα κι έκλαιγε, έκλαιγε, έκλαιγε….
……
- Καλοριζ’κες Τάσενα μ’, έλεγε η Αγόρω.
Είχαν σταθεί στο χαμηλό πεζούλι δίπλα στον αχυρώνα. Η μέρα ήταν καλοκαιρινή. Τίποτα δεν έδειχνε τι είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ. Τίποτα!
Καλορίζ’κες, ξαναείπε. Κι εξήγησε πως οι καλορίζικες, νεράιδες τις ξέρουμε, ζουν πάντα παράλληλα μ’ εμάς. Μερικές φορές οι δρόμοι μας διασταυρώνονται, μερικές φορές παράθυρα ανοίγονται στους δυό κόσμους, κάποιοι άνθρωποι είναι πιο ευαίσθητοι στο να βλέπουν ή να ανιχνεύουν την παρουσία των «άλλων», αλλά ως εκεί. Δεν μας ενοχλούν αν δεν τις ενοχλούμε. Τούτον τον κανόνα παραβίασε ο Τάσος. «Χάλασε» το τραπέζι τους, καθώς περνούσε με τη σβάρνα του στο βαρκό, δίπλα στο ρέμα, μετά τη δύση του ήλιου. Θύμωσαν, τον κέντρισαν με το ραβδί τους το φαρμακερό και παράλυσε. Τόσο απλά

- Και το χθεσινοβραδινό; Τι ήταν αυτό Αγορίτσα μ’;
- Αυτό, ξέχνα το Καλλιόπη μ’ δεν το ‘ζησες…
- Γυναίκα, πεινάω! Ο Τάσος στεκόταν στο κάσωμα της πόρτας, χλωμός μα ορθός!
- Τάσο μ’ σύρε να ξαπλώσεις! Είσαι αδύναμος. Τα ποδάρια σ’ δε σε κρατάνε. Ψέλισε χαμογελώντας και κλαίγοντας η Καλλιόπη.
- Αρκετά έκατσα. Τι φτιάν’ς Αγόρω;






Ανεβαίνοντας το φιδογυριστό μονοπάτι απ’ τη λίμνη προς τα πάνω, δίπλα στο βαθύρεμμα, που διασχίζει το μικρό φαράγγι που σχηματίζουν οι δύο λόφοι που στην κορφή τους έχουν από ένα ξωκλήσι, τον ΑηΝ’κόλα και τον ΑιΓιάννη, σταμάτησα στη Ζάμα - μια από τις πολλές πηγές της περιοχής - να πιω νερό. Ακούμπησα σ’ ένα πεσμένο κορμό δέντρου, στηρίχτηκα στο ραβδί μου κι αγνάντευα τη Νεβρόπολη. Είχε βρέξει πολύ την προηγούμενη νύχτα και σε πολλά σημεία το μονοπάτι είχε σαριστεί. Σκεφτόμουν πόσο τυχερός στάθηκε αυτός ο έτσι κι αλλιώς όμορφος τόπος όταν κάποιοι αποφάσισαν να φράξουν τον Μέγδοβα και να φτιάξουν τη λίμνη. Όπως σκάλιζα τα χώματα που είχε παρασύρει η βροχή από το πρανές δίπλα στη βρύση, κάτι γυαλιστερό τράβηξε την προσοχή μου. Το πήρα στα χέρια μου, τίναξα τα χώματα. Ήταν ένα θολό πρασινομπλέ γυάλινο μπουκαλάκι…

Παντελής Μήτσιου  15-18 Μαίου 2010, Λάρισα