Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2016

Ο θεός είναι νεκρός



Δεύτερον ἠγάγετο λιπαρὴν Θέμιν, ἣ τέκεν Ὥρας, Εὐνουμίην τε Δίκην τε καὶ Εἰρήνην τεθαλυῖαν, αἳ ἔργ᾽ ὠρεύουσι καταθνητοῖσι βροτοῖσι, Μοίρας θ᾽, ᾗ πλείστην τιμὴν πόρε μητίετα Ζεύς, Κλωθώ τε Λάχεσίν τε καὶ Ἄτροπον, αἵτε διδοῦσι θνητοῖς ἀνθρώποισιν ἔχειν ἀγαθόν τε κακόν τε.
Πήρε (ο Δίας) για δεύτερη γυναίκα του τη λαμπερή Θέμιδα που του γέννησε τις Ώρες, την Ευνομία, τη Δίκη και την ανθοστόλιστη Ειρήνη που ρυθμίζουν τα έργα των θνητών, και τις Μοίρες, την Κλωθώ, τη Λάχεσι και την Ατροπό που γι’ αυτές ο σοφός Δίας επεφύλασσε τη μεγαλύτερη τιμή να δίνουν στους ανθρώπους και το καλό και το κακό

Ησίοδος, Θεογονία

Ένοιωθα τα γόνατά μου κομμένα, το στομάχι μου κόμπο και το κεφάλι μου να γυρίζει σαν σβούρα. Όχι, δεν είχα πιει τίποτα χθες το βράδυ. Στην πραγματικότητα είχα να πιω δύο εβδομάδες. Απλά, το αίσθημα του κενού, ανάμικτο με φόβο, θαυμασμό, δέος, απορία μ’ έκαναν να νοιώθω άρρωστος. Απλά. Αναζήτησα με τα μάτια μια καρέκλα και σωριάστηκα πάνω της. Πόση ώρα στεκόμουν εκεί, ακίνητος; Πόση ώρα τα μάτια μου ήταν καρφωμένα στην πόρτα με το αρμέ τζάμι στο μικρό παράθυρο; Μηχανικά, κοίταξα το ρολόι μου. Μόλις 3 λεπτά! Έκλεισα τα μάτια μου μήπως μπορέσω να βάλω σε μια τάξη όλα όσα περνούσαν σαν αστραπές από το νου μου. Μια βρύση έσταζε κάπου κοντά, κάποια πόρτα χτυπούσε ρυθμικά παγιδευμένη σε μόνιμο ρεύμα αέρα, το ρολόι τοίχου πάνω απ’ το κεφάλι μου ανακοίνωνε τα λεπτά, ένα τηλέφωνο κουδούνιζε στο βάθος.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ντριιιιιιιιιιιιιν!
Ήμουν μόνος, ως συνήθως, μπροστά στον υπολογιστή μου, με οχτώ μισόλιτρα κουτάκια μπίρας άδεια γύρω μου, ένα ξέχειλο τασάκι και κάτι λαδόχαρτα με υπολείμματα από γύρο σε πίτα όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Σπάνια χτυπούσε, πόσο μάλιστα περασμένα μεσάνυχτα ώστε χρειάστηκε λίγος χρόνος μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι κάποιος με καλεί και άλλος τόσος μέχρι να εντοπίσω τον ήχο. Κατάφερα να βρω το ακουστικό ανασηκώνοντας χαρτιά, κουτιά, φακέλους, εσώρουχα. Ήταν ο Βαγγέλης…
«Έλα ρε φιλαράκι» έκανα δήθεν λαχανιασμένα, «τρόμαξες το γκομενάκι! Τι θέλεις βραδιάτικα;» γκρίνιαξα χωρίς να πείθω ούτε λάχανο φρεσκοκομμένο.
Η φωνή ήταν ένας ατέλειωτος λαρυγγισμός και τα λόγια ακατάληπτα ακόμα και για τον Βαγγέλη. Ανάμεσα σε άναρθρες κραυγές, κλάματα και γέλια ξεχώρισα τη λέξη «σύμπαν» να αναφέρεται τουλάχιστον δέκα φορές και κάτι για θεούς και αμαρτίες και άλλες μαλακίες.
Η αλήθεια είναι ότι ο τόνος στη φωνή του με ανησύχησε. Προσπάθησα να τον ηρεμήσω αλλά μάταια. Συνέχιζε να μιλάει ακαταλαβίστικα, γρήγορα, κοφτά, χωρίς ανάσα. Ξαφνικά, ο ήχος άλλαξε σε κοντές ανάσες στην αρχή, μετά σ’ ένα μουγκρητό κι ύστερα σε δεκάδες γυαλιά που σπάνε κι έναν υπόκωφο γδούπο.
«Βάγγο!;!! Ρε Βαγγέλη! Βαγγέλ’!», φώναξα ξανά και ξανά χωρίς αποτέλεσμα. Στη στιγμή όλη η μπίρα που είχε συσσωρευτεί - εδώ και μέρες - στο αίμα και στο μυαλό μου, εκτοπίστηκε από την αδρεναλίνη και άλλες ορμόνες που έτρεξαν να την συνδράμουν στο έργο αφύπνισής μου. Ψύχραιμα και νηφάλια, ειδοποίησα πρώτα τον νυχτοφύλακα, δηλαδή την καθαρίστρια που εκτελούσε χρέη νυχτοφύλακα - στο πόδι του άντρα της που μάλλον κείτονταν σε κάποιο πεζοδρόμιο μεθυσμένος - κι ύστερα καβάλησα τη μηχανή μου κι έφυγα για το κτίριο του πανεπιστημίου. Δεν χρειάστηκα περισσότερο από 10 λεπτά μέχρι να φτάσω στο εργαστήριο και σχεδόν αμέσως πήρα τηλέφωνο στο ασθενοφόρο και στην αστυνομία.
Τον παρατηρούσα από τρία βήματα απόσταση. Συγκράτησα μια έντονη παρόρμηση να ισιώσω το πόδι του που έστεκε σε μιαν αφύσικη γωνία, πιασμένο στο πάτημα του ψηλού σκαμνιού που κείτονταν δίπλα του. Θα πρέπει να έπεσαν μαζί, το σκαμνί κι ο Βαγγέλης. Δεν τους χώρισα. Τόσα χρόνια θεατής αστυνομικών σειρών στην τηλεόραση, έμαθα να μην πειράζω το πτώμα...
Γύρω του, σπασμένα γυαλιά και κομμάτια από μπουκάλια, σωλήνες, υγρά και ένα πακέτο χαρτί Α4 σκόρπιο σε όλο το στενάχωρο εργαστήριο. Με βάση τα όσα έβλεπα, σχημάτισα την εικόνα της πτώσης του στο μυαλό μου, την επανέλαβα σε αργή κίνηση και συγκράτησα το γέλιο μου. Θεώρησα ότι το να ηχήσουν χάχανα, ακόμα κι αν δεν άκουγε κανείς άλλος - εκτός της καθαρίστριας η οποία δεν μετράει - θα ήταν απρέπεια.
«Α, ρε Βάγγο», σκέφτηκα, «ακόμα και στο θάνατό σου, ατσούμπαλος!» Είχα δει πεθαμένους σε κηδείες και τούτος εδώ τους έμοιαζε, άρα υπέθετα ότι είχε πεθάνει. Τέλος πάντων, αυτό θα ξεκαθάριζε σε λίγο που θα έφτανε το νοσοκομειακό και η αστυνομία. Μάλλον το έμφραγμα τον βρήκε καθιστό στο ψηλό εργαστηριακό σκαμνί, με το δεξί πόδι μπλεγμένο στο πάτημα. Το σκαμνί, στην πτώση τους, παρέσυρε μια παλιά ραφιέρα-κειμήλιο, δεξιά από τον πάγκο εργασίας με το μεγάλο μικροσκόπιο. Η ραφιέρα ήταν γεμάτη με δοκιμαστικούς σωλήνες, χωνιά, δοσομετρικά μπουκάλια και άλλα. Ανάμεσα σε αυτά βρίσκονταν το κεφάλι του Βαγγέλη. Το αριστερό του χέρι ήταν απλωμένο πάνω από το κεφάλι του, σαν να προσπάθησε να κρατηθεί απ’ τον αέρα όταν έπεφτε, ενώ στο δεξί κρατούσε σφιχτά μια σελίδα χαρτί.
«Σταμάτα να μυξοκλαίς» είπα εκνευρισμένος της καθαρίστριας που ήρθε και στάθηκε δίπλα μου, «Σταμάτα και πήγαινε μπροστά να περιμένεις το ασθενοφόρο και την αστυνομία». Το εργαστήριο του Βαγγέλη βρίσκονταν στο ημιυπόγειο, στην Β πτέρυγα του κτιριακού συγκροτήματος όπου έφτανε κανείς αφού περνούσε την κεντρική πύλη, έβγαινε κατευθείαν απέναντι στην εσωτερική αυλή, την διέσχιζε διαγώνια, από μια μικρή σιδερένια πόρτα κατέβαινε σε έναν στενό και κακοφωτισμένο διάδρομο και περπατούσε περί τα 40 μέτρα συνεχώς προς τα αριστερά.
Μου φάνηκε σαν να χαμογελούσε καθώς πλησίασα κι έσκυψα για λίγο από πάνω του. Αν κρίνω από αυτά που άκουσα λίγο πριν στο τηλέφωνο, μάλλον η καρδιά του τον πρόδωσε. Το ήξερε – όλοι στο εργαστήριο το ξέραμε - το πρόβλημα με την καρδιά του. Ο ίδιος συνήθιζε να το διακωμωδεί: «εμένα η καρδιά μου φυσάει», έλεγε, κι εμείς συνηθίζαμε να τον προσέχουμε. Κανείς δεν περίμενε ότι θα τον πρόδινε στα 43 του.
Λίγο πριν τον πάρουν για νεκροψία, και από περιέργεια, έβγαλα το χαρτί απ’ το χέρι του. Γεμάτο αριθμούς, εξισώσεις, νούμερα, θαυμαστικά, κάτι για ζωή και θεούς και στη μέση με μεγαλύτερα γράμματα μια σημείωση, μάλλον να θυμηθεί να αλλάξει κάποια λάμπα που κάηκε.
Τσαλάκωσα το χαρτί στη χούφτα μου, σημάδεψα ένα καλάθι καθώς διέσχιζα την αυλή και το έριξα μέσα από τα 4 μέτρα. Ψιθύρισα ένα «σσσσωραίος!», χαμογέλασα ικανοποιημένος για τις ικανότητές μου και βγήκα στο δρόμο.
Δεν είμαι συναισθηματικός τύπος. Αντίθετα. Με αποκαλούν κυνικό, ρεμάλι, ανήθικο, σάτυρο και άλλα όχι τόσο κόσμια Πίνω τα πάντα, καπνίζω επίσης τα πάντα, ξενυχτάω και είμαι καλός στη δουλειά μου. Ποια είναι η δουλειά μου; Ιδέες. Κατεβάζω ιδέες που ο Βαγγέλης ερευνά, συγκρίνει, ελέγχει, κάνει πράξη. Τουλάχιστον αυτό συνήθιζε να κάνει μέχρι πριν μισή ώρα. Είμαστε από φοιτητές μαζί. Πάντα μαζί. Ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον. Ο Βαγγέλης είναι το συμπλήρωμά μου. Ήταν. Τουλάχιστον ήταν. ... Ένοιωσα άβολα και ξαφνικά το στομάχι μου έγινε κόμπος. Γύρισα πίσω, έψαξα το χαρτί στα σκουπίδια, το έβγαλα, το ίσιωσα προσεκτικά, το δίπλωσα και το έβαλα στην τσέπη μου.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Κάπου βρήκα ένα σκούρο κοστούμι και μια παλιά, στενή, μαύρη γραβάτα. Το άσπρο πουκάμισο ήταν κακοσιδερωμένο και στις μασχάλες είχε τεράστιους κίτρινους λεκέδες οπότε ούτε σκέψη να βγάλω το σακάκι, παρά τη διαβολεμένη ζέστη και την αρρωστιάρικη υγρασία των τελευταίων ημερών του Σεπτεμβρίου. Στεκόμουν ιδρώνοντας σαν γουρούνι μπροστά στον ανοιχτό τάφο, ενώ ο παππάς μασούσε με ταχύτητα τα ακατάληπτα λόγια του. Δίπλα μου η καθαρίστρια, που συμπαθούσε κατά τα φαινόμενα ιδιαίτερα τον φίλο μου και δίπλα της, η θεία του Βαγγέλη, η αιτία της καθυστέρησης επί διήμερο της τελετής. Μια θλιβερή τετράδα, η πρέπουσα συνοδεία μιας εξίσου θλιβερής τελετής για ένα πρόσωπο που γελούσε ακόμα κι όταν δεν υπήρχε κανένας λόγος. Ιδιαίτερα τότε. Αν ήταν εδώ σήμερα, θα κυλιόταν στα χώματα από τα γέλια, αλλά δεν είναι ο μπαγάσας.
Λίγο πριν εγκαταλείψουμε το χώρο, με έπιασε από το μπράτσο η καθαρίστρια: «έχω κάτι για σένα, μου είπε ο κύρ-Βαγγέλης να στο δώσω, αν του τύχαινε κάνα κακό» είπε πριν ξεσπάσει σε λυγμούς και μου λερώσει με απροσδιόριστα υγρά το δανεικό κουστούμι. Μύριζε κρεμμύδι, λάδι, χλωρίνη και ιδρώτα και πρέπει να είχε ψεκαστεί με ένα κιλό τέσσερα εφτακόσια έντεκα από πάνω, κάνοντας το σύνολο αρκούντως αηδιαστικό. Ήμασταν ταιριαστό ζευγάρι, χωρίς αμφιβολία. Έχωσε το χέρι στην τσάντα και τράβηξε έναν κίτρινο φάκελο Α4, φθαρμένο στις κόχες, γεμάτο στρογγυλά σημάδια από κούπες του καφέ και άλλα που δεν ήθελα να σκέφτομαι από τι είναι.
Της πρότεινα να πάμε για καφέ οι δυο μας απέναντι από το νεκροταφείο - ναι, ήμουν απελπισμένος - ενώ η θεία εξαφανίστηκε για τα διαδικαστικά με τον παππά σε κάποια σκοτεινά κτίσματα δίπλα στην εκκλησία. Μου μίλησε για «το δωμάτιο», για τον χρόνο που «ο κυρ-Βαγγέλης» περνούσε εκεί όπου δεν τις επέτρεπε να καθαρίσει ποτέ και πως κανείς δεν θυμόταν πια την ύπαρξή του, για τα κομπιούτερ που ποτέ δεν έκλειναν, για τους ανεμιστήρες και τις γεννήτριες, για το γεγονός ότι τις τελευταίες μέρες ο κυρ-Βαγγέλης πολλές φορές έκλαιγε κοιτώντας το θολό τζάμι με το ατσάλινο πλέγμα στο μικρό φεγγίτη της πόρτας που οδηγούσε «στο δωμάτιο». Δεν κατάλαβα Χριστό, πέρα του ότι κάτι τρέχει με «ένα δωμάτιο».
Μετά τον καφέ πήγα στην Αστυνομία, μου διάβασαν την κατάθεσή μου, έβαλα υπογραφές κι έφυγα για το Πανεπιστήμιο όπου έπρεπε να απαντήσω στο ερώτημα της γραμματείας «τι θα κάνετε τώρα με το εργαστήριο;». Είχα ξεχάσει ότι ήμουν κι εγώ χρεωμένος την έρευνα με το Βαγγέλη. Συνειδητοποίησα έξαφνα ότι τις μπίρες μου, το Πανεπιστήμιο τις πλήρωνε και τώρα βρισκόμουν αντιμέτωπος με την δυσάρεστη προοπτική να στερέψει το ψυγείο από εξάδες. Ήταν κάτι που επ’ ουδενί θα επέτρεπα. Έμεινα μέχρι αργά συμπληρώνοντας φόρμες, ψάχνοντας έντυπα, σκαλίζοντας συρτάρια και συζητώντας με συναδέλφους που δεν γνώριζα και δεν με γνώριζαν επί διαδικαστικών θεμάτων.
Γύρισα σπίτι με έναν κουβά απορίες κι ένα κεφάλι – καζάνι. Παράγγειλα μια πίτσα γίγας σπέσιαλ, έκανα έναν έλεγχο στο ψυγείο για μπίρες, οκ, είχα τρεις εξάδες πήρα μια, την άδειασα σε ένα ποτήρι, έριξα ένα Depon αναβράζον μέσα – όπα! καλύτερα να βάλω δύο - έπεσα στην καρέκλα μου αφού πέταξα κάτι άπλυτα από πάνω της, άναψα τσιγάρο και τσατάρισα με κάτι φιλαράκια ψάχνοντας εύκολη λύση για το πρόβλημα με το Πανεπιστήμιο. Στις εννέα και μισή ήρθε η πίτσα, την έφαγα με βουλιμία, πήρα τρίτο μισόλιτρο από το ψυγείο και μετά από μια στάση στην τουαλέτα για να δημιουργήσω χώρο στην κύστη για περισσότερη μπίρα, είπα να ανοίξω το φάκελο που κληρονόμησα από το Βαγγέλη. Μέσα είχε ένα μάτσο χαρτιά αριθμημένα με το χέρι, από το ένα ως το 236 και πιασμένα με δυο μεγάλα κλιπ. Η ώρα κόντευε έντεκα, θα έριχνα μια ματιά μέχρι να με πάρει ο ύπνος και το πρωί θα έτρεχα στο Πανεπιστήμιο να βρω τι θα κάνω με το εργαστήριο.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Σήκωσα τα μάτια μου από το χαρτί που κρατούσα. Γύρω μου, παντού, ήταν σκόρπιες σελίδες από το βιβλίο του Βαγγέλη άλλες τσαλακωμένες άλλες απείραχτες άλλες εδώ άλλες εκεί, παντού. Από τις γρίλιες του παντζουριού έμπαινε το θαμπό φως της μέρας, το τελευταίο κουτάκι μπίρας που είχα ανοίξει λίγο πριν τις έντεκα χτες βράδυ ήταν δίπλα μου μισογεμάτο, είχα περάσει όλη τη νύχτα διαβάζοντας και χωρίς να πίνω. Τα μάτια μου πονούσαν, το ίδιο και το κεφάλι. Πήγα στην κουζίνα, κάπου είχα καφέ, μπρίκι δεν βρήκα, σκούπισα με ένα πανί - ή ήταν μπλουζάκι; - μια κούπα, έριξα δυο κουταλιές μέσα, συμπλήρωσα νερό από το βρύση και το ήπια σχεδόν μονορούφι.
«Το έκανε ο μπαγάσας!» είπα δυνατά, «το έκανε!».
Θυμάμαι, πολλά χρόνια πριν, που νεαροί υποψήφιοι διδάκτορες περνούσαμε ώρες ατέλειωτες συζητώντας για φιλοσοφία και επιστημονική φαντασία, φυσική και μεταφυσική, για επιστήμες και τεχνολογία, για το σύμπαν, την προέλευσή του, τον θεό και την ύπαρξή του. Ένας φίλος είχε πει ότι δεν μπορεί τόση αρμονία να μην προέρχεται από συνείδηση, τόση ομορφιά, από καλοσύνη και αγάπη, τόση σοφία από απέραντη γνώση, τόση απεραντοσύνη χώρου και χρόνου από ατέλειωτη δύναμη. Του απάντησα ότι το να θεωρούμε όμορφο τον κόσμο μας είναι απαραίτητο για να επιβιώσουμε ως είδος, αυτό που θεωρούμε αρμονία και σοφία είναι συρραφή τυχαιοτήτων και αποτέλεσμα πρόσκαιρης ισορροπίας αλληλοεπηρεαζόμενων δυνάμεων και ότι όλα μα όλα συνέβησαν ως φυσική συνέπεια ενός  και μοναδικού τυχαίου γεγονότος. Της συνεύρεσης των σωστών συστατικών την κατάλληλη στιγμή. Είναι το σημείο που η συζήτηση ξεφεύγει στο τι υπήρχε πριν το τίποτα και ποιος έβαλε τα συστατικά στην κατσαρόλα και η μόνη απάντηση είναι «ο φούφουτος» αλλά δεν ανατινάζεις μια υποτίθεται σοβαρή συζήτηση με προβοκατόρικα επιχειρήματα.
Τέλος πάντων μόλις είχαμε ξαναδιαβάσει και αναλύσει με το Βαγγελάκο τη «Δημιουργία Αναθεωρημένη» του Peter W. Atkins και επηρεασμένοι από το σχεδιασμό γενετικών μαθηματικών μοντέλων και τη διαρκή βαθμονόμηση προσομοιωτών, στήσαμε μεταξύ σοβαρού και αστείου ένα υπολογιστικό μοντέλο δημιουργίας σύμπαντος. Περάσαμε μήνες επιλέγοντας και καλιμπράροντας μεταβλητές, ξαναθυμηθήκαμε θεωρίες για τον κόσμο που ζούμε κι ότι δεν είναι παρά μια προβολή, μια ψευδαίσθηση, ένα άθροισμα ιδεών, ένα matrix όπως σοφά παρατήρησε κάποιος του οποίου το όνομα τώρα μου διαφεύγει, γελάσαμε, δαγκώσαμε τη γλώσσα μας, παιδευτήκαμε, ξενυχτήσαμε, κάναμε λάθη, το πήραμε από την αρχή μέχρι που βαρέθηκα. Αυτός είμαι. Μου έφυγε ο ενθουσιασμός, για κάποιο λόγο που δεν θυμάμαι ξενέρωσα, εγκατέλειψα και το ξέχασα.
Ο Βαγγέλης όμως το συνέχισε και το ‘κανε! Το ‘κανε ο μπαγάσας, το ‘κανε! Έφτιαξε σύμπαν!  Διακόσιες τριάντα έξι σελίδες, αριθμημένες με το χέρι, πιασμένες με δυο μεγάλα κλιπ μέσα σε ένα κίτρινο, φθαρμένο και λεκιασμένο φάκελο, όλο το χρονικό της Γένεσης ενός Σύμπαντος!
«Το Ευαγγέλιο του Ευάγγελου» σκέφτηκα και βάλθηκα να γελάω μόνος μου υστερικά. Ένα σύμπαν που δημιουργήθηκε με μια χούφτα υλικά και προγραμματισμένο να υπακούει σε λίγους νόμους γεννήθηκε στα κυκλώματα μερικών ισχυρών υπολογιστών και από τότε μεγαλώνει, εξελίσσεται, διαμορφώνεται, γεννά και καταστρέφει εικονικούς γαλαξίες, πτυχές και αναδιπλώσεις χώρου και χρόνου, συμπυκνώσεις και αραιώσεις μάζας και, άρα, ενέργειας, κινείται συνεχώς και προς κάθε κατεύθυνση, μεγαλώνει.
Μπήκα κάτω από το ντους και το κρύο νερό με έκανε να ξυπνήσω. Φόρεσα ένα σχετικά καθαρό τι-σερτ, έβαλα τον κίτρινο φάκελο στο σακίδιο, πήρα τα κλειδιά της μηχανής κι έφυγα για το Πανεπιστήμιο. Βιαζόμουν, είχα ένα σύμπαν να ανακαλύψω.
Βρήκα την καθαρίστρια στην εσωτερική αυλή και της ζήτησα να με συναντήσει στο εργαστήριο. Η αστυνομία είχε αφήσει το χώρο σε χειρότερη κατάσταση από ότι ήταν το βράδυ που πέθανε ο Βαγγέλης και ξεκίνησα να μαζεύω τα χαρτιά περιμένοντάς την. Τα περισσότερα από αυτά δεν έμοιαζαν να έχουν σχέση με το μικρό μυστικό του Βαγγέλη αλλά θα τα χρειαζόμουν αν ήταν να συνεχίσω τη δουλειά του. Σκέφτηκα ότι θα μου έκανε καλό να ασχοληθώ στα σοβαρά με την έρευνα και ότι τα σαράντα πέντε είναι μια χαρά ηλικία για να σοβαρευτεί κάποιος αλλά, τι ακριβώς έκανε εδώ ο Βαγγέλης; Ποιες εργασίες έπρεπε να συνεχίσω; Τι μελετούσε; Κοιτούσα απελπισμένος γύρω μου και δεν συνειδητοποίησα ότι η καθαρίστρια είχε έρθει και είχε σταθεί πλάι μου.
«Μάζεψε σε παρακαλώ τα σπασμένα κι εγώ θα τακτοποιήσω εδώ, πρόχειρα τα υπόλοιπα» της είπα, «μετά θέλω να με οδηγήσεις στο δωμάτιο».
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Το εργαστήριο του Βαγγέλη, μάλλον το εργαστήριό μας και πλέον μόνο δικό μου, βρισκόταν στο ημιυπόγειο του κτιρίου Β του Πανεπιστημίου. Το κτιριακό συγκρότημα επί του Λόφου της Τεχνολογικής Εκπαίδευσης, γνωστού ως ΛΟΤΕ, αποτελούσαν τρία κτίρια, το κεντρικό, δύο συνδετήριες πτέρυγες και το αμφιθέατρο. Από τα άκρα του κεντρικού κτιρίου, ξεκινούσαν δυο συνδετήριες πτέρυγες εκ των οποίων η βόρεια οδηγούσε στο κτίριο Γ και η νότια κατευθείαν στο δεύτερο όροφο του ηλικίας σχεδόν διακοσίων ετών κτιρίου Β που κατά το παρελθόν υπήρξε η έδρα του Πανεπιστημίου. Ανάμεσα στα Β και Γ και ενωμένο με αυτά, είχε κατασκευαστεί το Μεγάλο Αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου με αποτέλεσμα να σχηματίζεται μια αρκετά μεγάλη εσωτερική αυλή στο κέντρο της οποίας λειτουργούσε ένα μικρό καφέ με διάσπαρτες στο χώρο πολύχρωμες ομπρέλες, κομψά μεταλλικά στρόγγυλα τραπεζάκια και ανάλογης αισθητικής καρέκλες.
Στο ημιυπόγειο του κτιρίου Β, εκεί όπου βρισκόταν το εργαστήριό μας, μπορούσε κανείς να φτάσει μόνο διασχίζοντας την εσωτερική αυλή, αφού η επικοινωνία μέσα από το κτίριο είχε αποκοπεί όταν ξεκίνησε η κατασκευή ενός χώρου ειδικών πειραμάτων, σχέδιο που στην πορεία εγκαταλείφθηκε λόγω έλλειψης κονδυλιών. Τα ειδικά πειράματα πλέον φιλοξενούνται αλλού και στο ημιυπόγειο έχουν μείνει και λειτουργούν τρία εργαστήρια, αυτά των «εξόριστων» του πανεπιστημίου, εκείνων δηλαδή που δεν τα πάνε καλά με τις δημόσιες σχέσεις. Ο Βαγγέλης είχε πάρει το τρίτο στη σειρά, το πιο απομακρυσμένο.
Η πόρτα του εργαστηρίου είναι η τελευταία του διαδρόμου. Το εργαστήριο καθ’ εαυτό είναι μια μακρόστενη αίθουσα χωρισμένη ανισομερώς στα δύο με χαμηλά διαχωριστικά από εκείνα τα μισά ξύλινα μισά τζαμένια που βρίσκει κανείς σε όλα τα παλιά κτίρια γραφείων. Ο μικρότερος χώρος είναι το γραφείο κι ο μεγαλύτερος, εκείνος με τις καρέκλες και το έδρανο, αυτός που φιλοξενεί ενίοτε προπτυχιακούς ή μεταπτυχιακούς φοιτητές. Στο χώρο κυριαρχεί το ξύλο στην ανοιχτή μελί, ξεθωριασμένη έκδοσή του. Στους τοίχους βλέπεις τζαμένιες προθήκες, ξύλινες βιβλιοθήκες και αφίσες από ανακοινώσεις σε συνέδρια, κάποιες παλιές - πραγματικά, πολύ παλιές - και άλλες, νεώτερες. Στη δυτική πλευρά της αίθουσας υπάρχουν τέσσερα παράθυρα, ψηλά, πάνω από τις βιβλιοθήκες και τις ραφιέρες, σχεδόν ένα μέτρο κάτω από την οροφή, που βλέπουν στην πίσω πλευρά του κτιριακού συγκροτήματος, σ’ έναν χώρο που χρησιμοποιείται σαν αποθήκη ενός εγκαταλειμμένου εργοταξίου με καδρόνια, σιδεριές, σκαλωσιές που εμποδίζουν το φως να φτάνει στο εσωτερικό. Το δάπεδο είναι ανοιχτόχρωμο μωσαϊκό εκτός από ένα μικρό κομμάτι γύρω από έναν πάγκο καλυμμένο εξ ολοκλήρου με μικρό λευκό πλακάκι, ίσως απομεινάρι κάποιας εποχής που ο χώρος φιλοξενούσε εργαστήρια χημείας. Η αίθουσα είναι ψηλοτάβανη με φώτα που κρέμονται χαμηλά με αλυσίδες από τη μαυρισμένη κατά τόπους οροφή. Στη στενή πλευρά, αριστερά όπως μπαίνεις, υπάρχει μια ακόμη πόρτα κλειστή από χρόνια και πίσω από αυτή, ο χώρος που κάποτε προοριζόταν για τα ειδικά πειράματα.
Οι ξύλινες βιβλιοθήκες στους τοίχους είναι γεμάτες με λογής βιβλία, από παλιά δερματόδετα μέχρι σημειώσεις δεμένες με θερμοκόλληση ή σπιράλ, ντοσιέ, φακαρόλες ή και πακέτα χαρτιά πρόχειρα ακουμπισμένα σε κάποιο ράφι. Υπάρχει μια περίεργη ακαταστασία, μια έλλειψη ταξινόμησης, μια απουσία αρχειοθέτησης με βάση κάποιο σχέδιο ή πρότυπο, πράγμα που θα κάνει την έρευνά μου δυσκολότερη. Έπιασα και ξεφύλλισα στην τύχη μερικές σημειώσεις, αυτές που μου φάνηκαν πιο πρόσφατες, είτε γιατί στο ράφι τους είχε λιγότερο σκόνη είτε γιατί το χρώμα του χαρτιού δεν είχε αλλοιωθεί από το φως ή τον καιρό.
Σύντομα τις άφησα από τα χέρια μου. Ήμουν ήδη σχεδόν μια ώρα στο χώρο, η καθαρίστρια είχε αποκαταστήσει την τάξη σε σημαντικό βαθμό κι εγώ αδημονούσα να δω αυτό για το οποίο είχα χάσει τον ύπνο μου.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
- Ψίτ! Έκανα, συνειδητοποιώντας ότι δεν γνωρίζω το όνομά της, εσύ, πως σε λένε, που είναι το δωμάτιο;
- Μαρία Μανταλένα, είπε.
- Παρακαλώ; Έκανα όλο ειλικρινή απορία
- Το όνομά μου. Το όνομά μου είναι Μαρία Μανταλένα· να, εδώ είναι, είπε και άπλωσε στο ράφι δίπλα στην κλειστή από καιρό πόρτα, τράβηξε ένα μικρό δερματόδετο βιβλίο, «Θεογονία, Έργα και Ημέραι - Ησίοδος» έγραφε με χρυσά γράμματα σε κόκκινο φόντο. Το άνοιξε κι έβγαλε από μέσα ένα κλειδί και μου το έδωσε δείχνοντας μου την κλειδαριά της πόρτας.
Το πρώτο που παρατήρησα ήταν το πάχος του τοίχου. Η παλιά πέτρινη τοιχοποιία είχε ενισχυθεί εσωτερικά με περίπου 20 εκατοστά οπλισμένο σκυρόδεμα, προφανώς για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες των ειδικών πειραμάτων που επρόκειτο να φιλοξενηθούν εδώ. Γύρισα προς την καθαρίστρια αλλά είδα μόνο την πλάτη της καθώς απομακρυνόταν γρήγορα μέχρι που πέρασε την πόρτα του εργαστηρίου, την έκλεισε σχεδόν αθόρυβα και χάθηκε.
Ακριβώς απέναντι από την πόρτα που μόλις είχα περάσει, στο μέσον του τοίχου και σε απόσταση όχι μεγαλύτερη των τεσσάρων μέτρων βρισκόταν μια άλλη με μόνη διαφορά ότι η δεύτερη είχε στο πάνω μέρος της έναν φεγγίτη καλυμμένο με εκείνα τα θολά τζάμια με το συρμάτινο πλέγμα στο εσωτερικό τους. Δεξιά και αριστερά της, καρφωμένα στον τοίχο ήταν ράφια τύπου dexion γεμάτα με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, μεγάλες ψήκτρες και μικρούς αλλά  ισχυρούς ανεμιστήρες που γέμιζαν με χαρακτηριστικό χαμηλό βουητό το χώρο. Ανάμεσα στις δυο πόρτες, στο μέσο του μακρόστενου δωματίου ήταν ένα φαρδύ γραφείο με τρείς μεγάλες οθόνες πάνω από 30 ίντσες η κάθε μια  και μια αρκετά μικρότερη  που έστεκε σε λίγη απόσταση από τις άλλες τρεις, όπου  έτρεχε μια αντίστροφη μέτρηση που τη στιγμή που μπήκα, έδειχνε
- 00:000:07:39:53:888
Από την ταχύτητα που έτρεχαν τα τελευταία νούμερα, τα οποία μετά βίας μπορούσα να ξεχωρίσω υπέθεσα ότι πρόκειται για εκατοστά του δευτερολέπτου αλλά, σε αυτή την περίπτωση η πρώτη ομάδα ψηφίων μετρούσε χρόνια, μα ναι, χρόνια, ημέρες, ώρες, λεπτά, δευτερόλεπτα, εκατοστά. Τι θα μπορούσε να μετράει κανείς για χρόνια; Τι θα συνέβαινε σε μόλις εφτά ώρες και σαράντα λεπτά, σκάρτα; Θα τελείωνε ή θα ξεκινούσε κάτι και πόσο σοβαρό ήταν;
Ακούμπησα τα χαρτιά μου στο γραφείο, τράβηξα την καρέκλα και κάθισα μπροστά στις οθόνες. Κούνησα το ποντίκι για να φύγει η προφύλαξη οθόνης, ένα όμορφο κινούμενο διαστημικό θέμα, αλλά μάταια. Χτύπησα σπαστικά και με αυξανόμενη πίεση μια, δυο, τρείς το enter, τίποτα. Τότε συνειδητοποίησα ότι αυτό που έβλεπα, δεν ήταν προφύλαξη οθόνης. Μπροστά μου είχα το σύμπαν του Βαγγέλη!
Μπορούσα να μετακινήσω τον κέρσορα από οθόνη σε οθόνη, μπορούσα να πλησιάσω ή να απομακρυνθώ από σημείο, να περιηγηθώ μέσα στο σύμπαν προς οποιαδήποτε διεύθυνση απλά κάνοντας τις κλασικές κινήσεις που μηχανικά έχουμε μάθει να κάνουμε με το ποντίκι. Ήταν μαγικό! Έμεινα με τα μάτια καρφωμένα στην οθόνη και ένα χαζό χαμόγελο στην αξύριστη μούρη μου, ταξιδεύοντας σε ένα τοπίο απίστευτης διαύγειας, μεγέθους, λεπτομέρειας, άγριας ομορφιάς. Σφαίρες διαφόρων μεγεθών, άλλες πύρινες, άλλες πολύχρωμες κι άλλες παγωμένες ή σκοτεινές περνούσαν μπροστά από τα μάτια μου, σύννεφα που όσο πλησίαζα έσπαζαν σε εκατομμύρια αστέρια, μαύροι βράχοι που εμφανίζονταν ξαφνικά στο οπτικό μου πεδίο, φωτεινές εκρήξεις που φώτιζαν το χώρο κι έλειωναν ότι βρισκόταν στη γειτονιά τους, αστέρια που στροβιλίζονταν απεγνωσμένα πριν εξαφανιστούν σε σκοτεινά κενά στο χώρο, αλλεπάλληλες και ασταμάτητες συγκρούσεις πότε μεμονωμένων σωμάτων πότε ομάδων ή σμηνών αποτελούμενων από χιλιάδες ή εκατομμύρια αστέρια, πίδακες ύλης ή ακτινοβολίας, αναδιπλώσεις ή πτυχές, νεφελώματα και νέφη, χρώματα πολλά, κενό πολύ και απεραντοσύνη και ησυχία, απόλυτη ησυχία. Τόση που μπορούσα να ακούσω την ανάσα μου, τον ήχο του αίματος καθώς κυλούσε με δύναμη στα μηνίγγια μου, τους χτύπους της καρδιάς μου ή τον αέρα περνούσε από τα ρουθούνια μου και κατέβαινε ορμητικά στα πνευμόνια μου.
Πέρασα σχεδόν μια ώρα, το χρονόμετρο αντίστροφης μέτρησης έδειχνε 6:57 και κάτι ψιλά όταν σήκωσα τα μάτια από τις οθόνες και ανάσανα κανονικά. Σηκώθηκα και περπάτησα ως το θολό τζάμι, προσπάθησα να δω μέσα, δεν τα κατάφερα, άπλωσα να ανοίξω την πόρτα αλλά δίστασα, έκανα μεταβολή, έκλεισα την πόρτα πίσω μου, κλείδωσα κι έβαλα το κλειδί στην τσέπη μου, διέσχισα με γοργό βήμα το εργαστήριο και τον μακρύ διάδρομο και βγήκα στην αυλή με φόρα.
Το δυνατό φως του ήλιου έκανε τα μάτια μου να πονέσουν και τα μισόκλεισα σηκώνοντας ταυτόχρονα το αριστερό μου χέρι. Στο γρασίδι, στις καρέκλες, στα παγκάκια λιάζονταν δεκάδες παιδιά και κάποιοι διδάσκοντες. Πέρασα με διστακτικά βήματα ανάμεσά τους, πάντα είχα θέματα με την πολυκοσμία. Εδώ που τα λέμε, πάντα είχα θέματα με τους ανθρώπους. Στον πάγκο του καφέ περίμενα τη σειρά μου και παρήγγειλα έναν εσπρέσο κι έναν μεγάλο, δυνατό,  μαύρο καφέ σε πλαστικό. Ήπια τον έναν επί τόπου και πήρα τον άλλον μαζί μου κάνοντας την ανάποδη διαδρομή. Είχα την αίσθηση ότι καθώς περνούσα ανάμεσα στον κόσμο, οι συζητήσεις σταματούσαν και γύριζαν όλοι να με κοιτάξουν. Διέσχισα βιαστικά την αυλή, διάβηκα την μικρή μεταλλική πόρτα και περπάτησα γρήγορα τον μακρύ και υποφωτισμένο από βρώμικα παράθυρα και ασθενικές λάμπες διάδρομο μέχρι την ασφάλεια του εργαστηρίου.
Στον πάγκο με τα πλακάκια υπήρχε μια βρύση. Ακούμπησα το χάρτινο ποτήρι κάπου κι έριξα άφθονο νερό στο πρόσωπό μου. Τρόμαξα όταν αντίκρισα το πρόσωπό μου στον θολό και ξεφτισμένο καθρέφτη που ήταν βιδωμένος στον τοίχο πάνω από τη βρύση. Τα μάτια μου ήταν κατακόκκινα με μαύρες σακούλες από κάτω, ήμουν αξύριστος, αχτένιστος, πραγματικός αγριάνθρωπος. Καθόλου παράξενο να με κοιτάζουν περίεργα στην αυλή.
Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε, άρχισα να ιδρώνω, παρά το γεγονός ότι ο χώρος ήταν κλιματιζόμενος, και να ανασαίνω με δυσκολία. Ακολουθώντας μια ηλίθια παρόρμηση, κλείδωσα το εργαστήριο πριν ανοίξω την πόρτα-που-ήταν-για-χρόνια-κλειστή. Ο μικρός χώρος με τις οθόνες μου φάνηκε σαν τάφος και το ρολόι που μετρούσε ανάποδα γέμιζε το μυαλό μου με όλες τις φοβίες που ξεπερνούσα κατά καιρούς με μπίρες, κυνισμό, επιθετικότητα, μισανθρωπισμό χωριστά ή σε συνδυασμό, ανάλογα με το τι είχα εύκαιρο από το παραπάνω οπλοστάσιο. Βγήκα έξω ξανά, έψαξα την τσάντα μου και ήπια με μια γενναία γουλιά μαύρο καφέ, τρία χαπάκια μαζεμένα από εκείνα τα της χαράς που μου είχε συνταγογραφήσει κάποτε ένας φίλος  γιατρός. Τώρα ήμουν έτοιμος.
- 00:000:06:21:17:632
Πήρα βαθιά ανάσα, πίεσα το πόμολο προς τα κάτω κι έσπρωξα αποφασιστικά την πόρτα.
Το δωμάτιο ήταν δίδυμο της αίθουσας για τους φοιτητές μόνο που οι τοίχοι είχαν ενισχυθεί κι εδώ εσωτερικά με οπλισμένο σκυρόδεμα, τα τζάμια των τεσσάρων παραθύρων ήταν βαμμένα με άσπρη μπογιά και από τη μέσα τους πλευρά είχαν τοποθετηθεί πυκνά κάγκελα. Από το ψηλό ταβάνι κρέμονταν σε διάταξη τέσσερεις στήλες επί πέντε σειρές φώτα και αντιστοιχούσε μια σειρά σε κάθε κενό ανάμεσα στα παράθυρα, μόνο που τώρα ήταν όλα σβηστά και παρ’ όλα αυτά, δεν χρειαζόσουν φως. Τον τοίχο περιμετρικά της αίθουσας διέτρεχε κοίλη ματ μεταλλική ράβδος καλυμμένη με φυμέ τζάμι που αν κοίταζες προσεκτικότερα θα έβλεπες ότι προστατεύει σειρά από κάμερες στραμμένες όλες προς το εσωτερικό της αίθουσας.  Οι τοίχοι κατά τα λοιπά ήταν γυμνοί και στο χώρο δεν υπήρχε ούτε ένα αντικείμενο πέρα από μια μηχανή προβολής ολογραμμάτων ακριβώς στο μέσο του δαπέδου και ελάχιστα υπερυψωμένη από αυτό. Όλος ο χώρος ήταν μια τρισδιάστατη οθόνη στην οποία προβάλλονταν η εικόνα που έβλεπα λίγο πριν στις οθόνες.
Έμεινα ακίνητος, σπρώχνοντας απαλά την πόρτα πίσω από την πλάτη μου. Πριν ακούσω τον χαρακτηριστικό ήχο του κλεισίματος γύρισα πανικόβλητος. Ουφ! Ευτυχώς είχε και από μέσα πόμολο. Στράφηκα πάλι προς το εσωτερικό. Εδώ, μπροστά μου,  μπροστά στα ανάξια μάτια μου, γεμίζοντας το δωμάτιο από άκρη σε άκρη, απλωνόταν το μεγαλείο του σύμπαντος του Ευάγγελου, ή τουλάχιστον ένα μέρος αυτού. Σταμάτησα αποσβολωμένος μην τολμώντας καν να ανασάνω, πόσο μάλλον να κινηθώ, μην και η ανάσα μου ή το χέρι μου βγάλει από την τροχιά του κάποιον γαλαξία ή διαλύσει έναν μικρό κόσμο που ταξιδεύει σαν κόκκος σκόνης παγιδευμένος σε δέσμη φωτός.
Έπειτα παρατήρησα έναν ήλιο με όλη του την ακολουθία να περνά μέσα από ένα από τα κρεμασμένα σκαφάκια με τις σβηστές λάμπες και συνειδητοποίησα ότι μπροστά μου δεν είχα παρά την προβολή ενός σύμπαντος που ζούσε και μεγάλωνε «κάπου άλλου» και που η δική μου πραγματικότητα, τουλάχιστον αυτή σε τούτο το δωμάτιο, δεν επηρέαζε ουδόλως τη δική του. Ξεθάρρεψα και μπήκα στο δωμάτιο κάνοντας σαν παιδί που ανακάλυψε έναν κουβά με πολύχρωμους βόλους, τους έχυσε στο πάτωμα και παίζει με αυτούς. Άπλωσα το χέρι κι έπιασα ένα σώμα με δαχτυλίδια σαν του Κρόνου, έπιασα τρόπος του λέγειν, πώς να πιάσεις έναν αντικατοπτρισμό; Μια εικόνα που είναι και δεν είναι; Άνοιξα τα χέρια και «πέταξα» μέσα στο σύμπαν, αγκάλιασα μαύρες τρύπες, χάιδεψα τις σπείρες κάποιου γαλαξία, έβαλα την καρδιά μου εκεί που έσκαγε ένα σουπερνόβα και μπήκα ανάμεσα σε δυο γαλαξίες που βρίσκονταν σε τροχιά σύγκρουσης.
Δεν ξέρω μετά από πόση ώρα παιχνίδι πρόσεξα ότι οι κινήσεις μου, τουλάχιστον κάποιες από αυτές, επηρέαζαν την εικόνα γύρω μου αλλά χρειάστηκα μόλις λίγα λεπτά για να καταλάβω ότι μπορούσα να ελέγξω την προβολή με χειρονομίας, πολλές από τις οποίες έρχονται από τη χρήση των κινητών τηλεφώνων κάποιας εποχής: ανοίγω τα χέρια από μέσα προς τα έξω και ζουμάρω, «πιέζω» κάπου, συγκρατώ, σύρω κι αποθέτω, συγκλίνω τα χέρια και ξεζουμάρω. Σύντομα κατάφερα να έχω ακόμα και την εικόνα ενός πλανήτη ή μέρος αυτού να γεμίζει το δωμάτιο ή να τρέχω στην επιφάνειά του. Προσπάθησα να κάνω το ανάποδο, να «ανοίξω» το οπτικό μου πεδίο όσο περισσότερο μπορούσα, να χωρέσω όλο το σύμπαν στο μικρό εργαστήριο αλλά μου ήταν φοβερά δύσκολο. Οι ομάδες σωμάτων, οι μικρές γειτονιές γαλαξιών έμοιαζαν να απομακρύνονται ταχύτατα από αυτό που θα μπορούσε να ονομάσει κανείς «κέντρο» του σύμπαντος. Όσο περισσότερο μεγάλωνα τον παρονομαστή στην κλίμακα, τόσο η ταχύτητα απομάκρυνσης έδειχνε να μεγαλώνει. Το σύμπαν μεγάλωνε και μεγάλωνε ταχύτατα. Μα ναι! Το σύμπαν διαστελλόταν και μου ήταν αδύνατο να παρακολουθήσω αυτή τη διαστολή! Αντίθετα, μου ήταν ευκολότερο να παρατηρώ μικρές περιοχές, βοστρύχους γαλαξία ή ηλιακά συστήματα ή καλύτερα μεμονωμένους πλανήτες από αυτούς που βρίσκονται κατά δισεκατομμύρια προς κάθε κατεύθυνση. Τελικά, αν βρίσκεσαι στο σωστό σημείο, αν στέκεσαι στη σωστή θέση σε σχέση με το αντικείμενο που παρατηρείς, αν έχεις το ανάλογο μέγεθος και αρκετό χρόνο στη διάθεσή σου, το σύμπαν έχει ελάχιστα μυστικά που να μη μπορεί να σου αποκαλύψει.
Έχοντας το κεφάλι μου γεμάτο πληροφορίες, κι έχοντας παίξει με τον Κόσμο για πολύ ώρα, ξάπλωσα στο πάτωμα, άνοιξα τον ορίζοντα μικραίνοντας την κλίμακα όσο πιο πολύ άντεξαν τα χέρια μου να εκτελούν την κατάλληλη χειρονομία κι έκατσα εκεί να απολαμβάνω το μοναδικό θέαμα. Ένα αστέρι με πλησίαζε γρήγορα και μεγάλωνε αφύσικα μέχρι που ήρθε κι έσκασε σχεδόν μπροστά στο πρόσωπό μου κι ήταν αυτή η ξαφνική έκρηξη φωτός σαν να φώτισε τα πάντα γύρω μου. Πετάχτηκα όρθιος. Μα ναι! Ο χρόνος και η σχετικότητα, το μέγεθος, η βαθμονόμηση του μοντέλου, το σύμπαν μεγάλωνε υπερβολικά γρήγορα, ο σχετικός χρόνος ποιος ήταν; έπρεπε να ψάξω το Ευαγγέλιο του Ευάγγελου, το ρολόι, το ρολόι που μετρούσε ανάποδα μετρούσε το τέλος του σύμπαντος; Πως όμως; Πως το υπολόγισε; ‘Έπρεπε να ψάξω τα χαρτιά.
- 00:000:03:19:31:114
Βγήκα στη μικρή αίθουσα με τις οθόνες κι άνοιξα γρήγορα τις σημειώσεις του Ευάγγελου. Δεν άργησα να βρω ότι μια από τις βασικές παραδοχές που είχαμε κάνει όταν στήσαμε το μοντέλο ήταν ότι η σχετικότητα του δικού μας χρόνου και αυτού του μοντέλου θα είναι ένα προς ένα δισεκατομμύριο. Αυτό σημαίνει ότι ένας χρόνος δικός μας, με εμάς ως ακίνητους παρατηρητές, θα αντιστοιχεί σε ένα δισεκατομμύριο χρόνια στο συμπαντικό μας μοντέλο. Έπιασα το κομπιουτεράκι κι ένα στυλό από την τσάντα μου, σημειώνοντας στο περιθώριο μιας σελίδας:
Ένας  χρόνος δικός μας αντιστοιχεί σε ένα δισεκατομμύριο χρόνια στο μοντέλο, άρα μια ημέρα μας αντιστοιχεί σε 2.739.726, μια ώρα σε 114.155, ένα λεπτό σε 1.903 ενώ 32 χρόνια, μια γενιά δηλαδή,  διανύονται σε ένα δευτερόλεπτο! Το σύμπαν μας, το σύμπαν του Ευάγγελου τρέχει και τρέχει πολύ γρήγορα. Κοίταξα έντρομος τα δευτερόλεπτα να πέφτουν ταχύτατα στην αντίστροφη μέτρηση που ακόμα δεν ήξερα τι μετρούσε.
Διάβαζα γρήγορα τις σημειώσεις, πότε διαγώνια, πότε με λεπτομέρειες μην και ανακαλύψω κάτι, μέχρι που το είδα μπροστά μου: στην αρχή κάθε σημείωσης υπήρχε ημερομηνία και πηγαίνοντας αντίστροφα, διαπίστωσα ότι έχουν περάσει σχεδόν δεκαπέντε χρόνια, δεκατέσσερα, οχτώ μήνες και τρεις ημέρες για την ακρίβεια από την στιγμή που ο Βαγγέλης έτρεξε το μοντέλο και ξεκίνησε την περιπέτεια του σύμπαντος κόσμου. Μα ναι! Πως δεν το κατάλαβα; Το ρολόι σημαδεύει τη στιγμή που ο χρόνος του μοντέλου θα διασταυρωθεί με τον δικό μας. Το σύμπαν μας εκτιμάται ότι υπάρχει για λίγο λιγότερα από 15 δισεκατομμύρια χρόνια πάνω κάτω, το σύμπαν του Ευάγγελου μετρά σχεδόν δεκαπέντε χρόνια ζωής και σε τρεις ώρες από τώρα, το είδωλο θα προσπεράσει την πραγματικότητα. Κάθε δευτερόλεπτο από εκεί και μετά θα είναι ματιά στο σχετικό μέλλον κι αν υπάρχουν ομοιότητες ή ταυτόσημες πορείες ανάμεσα στους δυο κόσμους, ανάμεσα στον πραγματικό και στο είδωλο, τότε κάθε θετικό δευτερόλεπτο θα είναι αποκάλυψη του μέλλοντος του δικού μας σύμπαντος!
Ένοιωσα ενθουσιασμένος! Ήθελα να βγω έξω, να φωνάξω, να κλάψω, να αγκαλιάσω ανθρώπους αλλά δεν μπορούσα να μιλήσω, τουλάχιστον όχι ακόμα, τουλάχιστον όχι μέχρι να γνωρίζω τι και πως θα ανακοινώσω, έπρεπε να βιαστώ είχα πολύ δουλειά μπροστά μου και χρειαζόμουν βοήθεια. Μόνος μου δεν θα κατάφερνα πολλά πράγματα, σχεδόν τίποτα.
Η απόσυρση του βάρους της αντίστροφης μέτρησης απελευθέρωσε το μυαλό μου και μ’ έκανε να συνειδητοποιήσω ότι πεινάω. Κλείδωσα με τη σειρά τις πόρτες και ήρεμος καβάλησα τη μηχανή ως το μπεργκεράδικο κοντά στο Πανεπιστήμιο όπου πηγαίναμε κάποιες φορές με τον Ευάγγελο. Πρόσεξα ότι κάθε φορά πια που το μυαλό μου «τρέχει» σε αυτόν, δεν είναι Βαγγέλης αλλά Ευάγγελος. Πότε συνέβη αυτή η αλλαγή; Υποθέτω σήμερα, ναι σήμερα, κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της ανακάλυψης του μεγαλείου του σύμπαντος.
Γέμισα ένα δίσκο με πατάτες τηγανητές, διπλό μπέργκερ με μπέικον και μισό λίτρο κόλα. Το μαγαζί ήταν άδειο και η μουσική που κάλυπτε το χώρο ήταν ιδανική για να αφήσει κάποιος το μυαλό του να ταξιδέψει. Κοιτούσα αφηρημένος τον δίσκο μου και είχα έντονη την αίσθηση ότι κάτι δεν ταίριαζε, κάτι δεν ήταν «όπως πρέπει». Μα φυσικά! Η κόλα! Πάντα μπίρα έπαιρνα και πάντα ο Ευάγγελος γκρίνιαζε. Είναι πραγματικά παράξενο πως «αισθανόμαστε» το λάθος πριν καν το συνειδητοποιήσουμε, σαν ένα deja vu ορθότητας να βάζει σε λειτουργία ένα πρόωρο σύστημα συναγερμού που μας κρατά σε εγρήγορση, να όπως αυτό με τη μπίρα ή ετούτο πάλι που ο θάνατος του Ευάγγελου κάπου δεν κολλούσε, δεν ταίριαζε. Είχε «στήσει» το σύμπαν εδώ και σχεδόν δεκαπέντε χρόνια. Το μελετούσε ολομόναχος, δεν είχε μιλήσει σε κανέναν και ξαφνικά, τρεις μέρες πριν μέσα στα άγρια μεσάνυχτα ένοιωσε την ανάγκη να μου μιλήσει; Γιατί; Τι συνέβη ώστε να αλλάξει έτσι άρδην; Τι ήταν εκείνος ο χείμαρρος ακατάληπτων λέξεων που ξεπηδούσαν μέσα από την τηλεφωνική μας γραμμή εκείνο το μοιραίο βράδυ, εκείνη η κλιμακούμενη έξαψη που τελικά τον οδήγησε στην ανακοπή; Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να θυμηθώ.
Έφαγα χωρίς ιδιαίτερο κέφι κι επέστρεψα στο εργαστήριο με μια αίσθηση ανικανοποίητου. Στάθηκα στον μικρό χώρο όπου η καρδιά του φίλου μου είχε σταματήσει, δύο μέρες πριν. Κάτι είχε ανακαλύψει που τον συγκλόνισε. Προσπάθησα να θυμηθώ τα λόγια του αλλά δεν έβγαλα νόημα και τότε θυμήθηκα το σημείωμα που είχα βγάλει από το χέρι του. Που το είχα; Α, νάτο! Στην κωλότσεπη! Το ξεδίπλωσα προσεκτικά και τώρα όλα ήταν καθαρά. Κάτω από το φως των όσων έμαθα από χτες το βράδυ μέχρι τώρα, όλα είχαν ένα νόημα. Οι αριθμοί και οι ισότητες ήταν οι υπολογισμοί του χρόνου, κάπου είχε σημειώσει καινοζωικός και αναφερόταν στον γεωλογικό αιώνα που διαρκεί περίπου 70 εκατομμύρια χρόνια ή 25 ημέρες αντίστοιχα στο σύμπαν του Ευάγγελου. Είναι προφανές ότι ο Ευάγγελος έψαχνε ζωή, μα που; Στο εικονικό σύμπαν; Κι αν τη βρήκε; Μήπως αυτό ήταν τελικά εκείνο που τον σκότωσε; Τότε αποκτούν νόημα και τα όσα ακατάληπτα μου έλεγε για αμαρτίες και θεούς και σύμπαντα λίγο πριν πεθάνει. Αλλά, αλήθεια, ακόμα κι αν βρήκε ζωή, σε ποιο σημείο του χάους θα έπρεπε να ψάξω για να την ανακαλύψω; Που θα έπρεπε να κοιτάξω;
Είμαι βέβαιος ότι ο Βαγγέλης, αν είχε ανακαλύψει ζωή θα είχε φροντίσει να καταγράψει τη θέση του ουράνιου σώματος στο οποίο τη βρήκε και έτσι ξεκίνησα να ψάχνω στα χαρτιά που βρήκα πεταμένα γύρω του τη μοιραία βραδιά. Σύντομα, είχα καταφέρει να βρω τα πάντα. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Ευάγγελου, από τη θέση «ηρεμίας» της προβολής του σύμπαντος, τη στιγμή που ο χρόνος θα γινόταν μηδέν, ο πλανήτης στον οποίο είχε ανακαλύψει ζωή, θα βρισκόταν στο επίπεδο που ορίζεται από την γραμμή που ενώνει την τρίτη λάμπα της δεύτερης σειράς με το τέταρτο παράθυρο από την πόρτα και την κάθετη προβολή της στο δάπεδο. Το έγραφε εξάλλου και το σημείωμα στο χέρι που νόμιζα ότι ήταν απλά μια σημείωση για να αλλάξει μια λάμπα.
- 00:000:00:49:22:001
Μπήκα με φόρα στην μικρή αίθουσα κι έπειτα στο ολόγραμμα χωρίς να φροντίσω να κλείσω καμιά πόρτα και αφού βρήκα τα σημάδια, χάραξα την πορεία μου. Πρώτα έψαξα για ηλιακά συστήματα σε γειτονιές αστέρων που ταιριάζουν στα γήινα κριτήρια μου κι έπειτα άρχισα να «σκαλίζω» πλανήτες και πλανητοειδείς. Ήταν μια επίπονη και χρονοβόρα διαδικασία. Στην αρχή έψαχνα λεπτομέρειες, αναζητούσα ζωή που μπορεί να κρύβεται σε νερό ή σε πάγους ή ίχνη που να φανερώνουν ζωή. Γρήγορα κατάλαβα ότι έτσι δεν θα έφτανα πουθενά και άρχισα να ψάχνω μόνο τα εμφανή σημάδια. Ίδρωσα, αγχώθηκα, πανικοβλήθηκα, γονάτισα, σύρθηκα, ξανασηκώθηκα ώσπου, ώρα μετά, κάπου χαμηλά, σχεδόν 60 πόντους από τον τοίχο και μόλις τριάντα από το δάπεδο είδα μια ομάδα πλανητών γύρω από έναν κατακίτρινο ήλιο να χορεύει ακολουθώντας τόσο οικεία σ’ εμένα βήματα που αμέσως και χωρίς να έχω καμιά ένδειξη ακόμα ήξερα ότι εκεί, σ’ εκείνον τον κόκκο σκόνης, εκεί, να, εκεί! βρίσκεται η ζωή που ψάχνω. Πλησίασα, εστίασα και ζούμαρα προσεκτικά και είδα μπροστά μου να ξεδιπλώνεται το θαύμα. Σ’ έναν γαλάζιο πλανήτη τριγυρισμένο από λευκά σύννεφα και καλυμμένο στο μεγαλύτερο μέρος του με νερό, μπόρεσα να δω μια επιφάνεια να αλλάζει με ταχύτατους ρυθμούς, γεμάτη με πράσινα φυτά και ρέοντα ύδατα και σημάδια της παρουσίας ζώντων οργανισμών και … ίσως δείγματα παρουσίας ανθρώπων, έργα ανθρώπων τόσο εφήμερα και τόσο εφήμερων που δύσκολα μπορούσα να δω τους ίδιους αλλά μάντευα την παρουσία τους. Παρ’ ότι ζούμαρα ως την επιφάνεια, η σχετικότητα του χρόνου και η ταχύτητα μεταβολής του περιβάλλοντος δεν μου επέτρεπε να αντιληφθώ λεπτομέρειες αλλά η ζωή ήταν εδώ, δονούμενη, αναπτυσσόμενη, ανθούσα.
Σηκώθηκα έντρομος. Το περίμενα αλλά δεν μπορούσα να διαχειριστώ το γεγονός. Πισωπάτησα αργά, και βγήκα στο χολ.  
- 00:000:00:08:47:661
Ένοιωθα τα γόνατά μου κομμένα, το στομάχι μου κόμπο και το κεφάλι μου να γυρίζει σαν σβούρα. Το αίσθημα του κενού, ανάμικτο με φόβο, θαυμασμό, δέος, απορία μ’ έκαναν να νοιώθω άρρωστος. Απλά. Αναζήτησα με τα μάτια την καρέκλα και σωριάστηκα πάνω της. Πόση ώρα στεκόμουν εκεί, ακίνητος; Πόση ώρα τα μάτια μου ήταν καρφωμένα στην πόρτα με το αρμέ τζάμι στο μικρό παράθυρο; Μηχανικά, κοίταξα το ρολόι της αντίστροφης μέτρησης. Μόλις 3 λεπτά! Έκλεισα τα μάτια μου μήπως μπορέσω να βάλω σε μια τάξη όλα όσα περνούσαν σαν αστραπές από το νου μου. Μια βρύση έσταζε κάπου κοντά, κάποια πόρτα χτυπούσε ρυθμικά παγιδευμένη σε μόνιμο ρεύμα αέρα, το ρολόι τοίχου πάνω απ’ το κεφάλι μου ανακοίνωνε τα λεπτά, ένα τηλέφωνο κουδούνιζε στο βάθος.
Μπήκα ξανά στο δωμάτιο, πλησίασα και ζούμαρα στον πλανήτη μου. Τώρα πια η παρουσία ανθρώπων ήταν παραπάνω από εμφανής. Έκατσα κι έβλεπα την ιστορία να δημιουργείται σε γρήγορη κίνηση. Στην αρχή μικροί οικισμοί, έπειτα μεγαλύτεροι, και πιο πολύπλοκες κατασκευές κι αν ζούμαρα αρκετά, σκιές σε πολύ γρήγορη ταχύτητα να εμφανίζονται και να χάνονται και να πολλαπλασιάζονται. Θυμήθηκα τη σχέση, κάθε λεπτό δικό μας σχεδόν δυο χιλιάδες χρόνια δικά τους. Δικά τους. Ποιών; Αυτών εκεί κάτω, τριάντα εκατοστά από το δάπεδο κι εξήντα από τον τοίχο. Σ’ εκείνο τον κόκκο άμμου. Το στομάχι μου δεν άντεξε, γύρισα κι έκανα εμετό. Έτρεξα έξω. Άραγε σκέφτονται, αισθάνονται, αγαπούν, πονούν, ελπίζουν; Το σίγουρο είναι ότι ζουν και πεθαίνουν, δημιουργούν άρα ονειρεύονται. Μα, φτιάχνουν ζωή τα ηλεκτρονικά κυκλώματα; Αδύνατο να το διαχειριστώ, θα χρειαστώ χρόνο, πολύ χρόνο. Και μπίρες, ναι, μπίρες.
- 00:000:00:01:16:031
  Τι είχαμε κάνει; Σε λιγότερο από ένα λεπτό θα έμπαινα στο μέλλον. Σε δυο ώρες θα ήξερα το μέλλον σε βάθος διακοσίων χιλιάδων χρόνων, αύριο τέτοια ώρα θα βρισκόμουν δυο εκατομμύρια χρόνια βαθιά στο αύριο. Έτρεξα ξανά μέσα, έσκυψα πάνω από τη μικρή μου σφαίρα, υπήρχαν ήδη κατασκευές στον αέρα γύρω από τον μικρό πλανήτη. Τα μάτια μου θόλωσαν, βγήκα ξανά έξω. Κανείς μα κανείς δεν δικαιούται τέτοια γνώση, σκέφτηκα, κανείς δεν μπορεί να διαχειριστεί τέτοια αλήθεια. Κανείς δεν μπορεί να παραστήσει το θεό ενώ δεν έχει το σθένος, την συναισθηματική ωριμότητα, τη δύναμη να το κάνει.
- 00:000:00:00:36:117
Έκλαιγα, ούρλιαζα, χτυπιόμουν, το ρολόι απειλητικά πλησίαζε στο μηδέν, ετοιμαζόταν να αναδυθεί από τα βάθη του παρελθόντος στο άγνωστο του μέλλοντος, να φύγει από αυτό που ήταν και δεν είναι πια, από αυτό που μπορεί να μη γνωρίζουμε ακριβώς τη διαδρομή του αλλά ξέρουμε την κατάληξή του, κι αυτή είμαστε εμείς και όσα μας περιβάλουν και είμαστε εδώ και είναι τώρα, σε αυτό που δεν ξέρουμε ούτε τι είναι ούτε πως. Στο εντελώς άγνωστο και σαν πορεία και σαν κατάληξη. Κάθε δευτερόλεπτο φέρνει μια γνώση το βάρος της οποίας κανένας άνθρωπος δεν μπορεί και δεν πρέπει να σηκώσει πριν την κατάλληλη ώρα και με τον κατάλληλο ρυθμό. Πόσο μάλλον εγώ. Γιατί Βαγγέλη, γιατί ρε Βάγγο, γιατί μου τόκανες αυτό; Χτύπησα με δύναμη τη γροθιά μου στον πάγκο του γραφείου. Ξανά και ξανά και ξανά μέχρι που οι αρθρώσεις μου μάτωσαν.
- 00:000:00:00:9:099
Σήκωσα το κεφάλι αλαφιασμένος. Τα μάτια μου ήταν κατακόκκινα, το ένοιωθα, στα γένια μου υπήρχαν σημάδια από τον εμετό, τα χαρακτηριστικά μου είχαν τραβηχτεί από τον τρόμο, την οργή και τον πόνο, τα μαλλιά μου ήταν ανακατεμένα και πετούσαν προς κάθε κατεύθυνση, σαν φίδια που φυτρώνουν από κεφάλι μέδουσας αλλά όλο μου το παρουσιαστικό έδειχνε μια τρομακτική, μια ζωώδη, μια υπερφυσική κι απάνθρωπη αποφασιστικότητα. Κοίταξα γύρω μου, βρήκα τον ηλεκτρικό πίνακα, τον πλησίασα, άνοιξα την πόρτα κι έπιασα τον κεντρικό διακόπτη.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Συνήθιζαν να κάθονται στις αναπαυτικές πολυθρόνες, στη μεγάλη βεράντα που βλέπει στη θάλασσα τις νύχτες χωρίς φεγγάρι και να κοιτούν την μαγευτική απεραντοσύνη του ουρανού με τον τεράστιο πλούτο των ουράνιων σωμάτων και τα τόσα μυστήρια. Συνήθιζαν επίσης να διαφωνούν για την προέλευση αυτής της ομορφιάς. Εκείνη επέμεινε για την ύπαρξη θεού ο οποίος συνειδητά σχεδίασε τα πάντα κι επέβλεπε την εξέλιξή τους χωρίς να παρεμβαίνει παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Εκείνος ήταν βέβαιος ότι όλα ήταν αποτέλεσμα τύχης και ότι ο μόνος θεός είναι η φύση και οι ίδιοι είναι παιδιά της φύσης άρα θεοί· κι οι δυο ήξεραν ότι κανενός από τους δύο η ζωή δεν θα ήταν αρκετή για να μάθουν ποτέ την αλήθεια. Ίσως τα παιδιά τους ή τα παιδιά των παιδιών τους, ίσως κάποιοι άλλοι άνθρωποι, πιο έξυπνοι και πιο προοδευμένοι από αυτούς σε κάποια από τα εκατομμύρια των εκατομμυρίων άστρα να πλησίαζαν συντομότερα την αλήθεια. Ήταν τότε που τα ποτήρια γέμιζαν για δεύτερη φορά και η ένταση των συζητήσεων περνούσε από το μυαλό στο σώμα και ο ηλεκτρισμός γινόταν ερωτική έλξη και ήταν ακριβώς τότε που εκείνος της έλεγε «αγάπη μου, πάμε να χτίσουμε την προσωπική μας αιωνιότητα» κι εκείνη τη στιγμή, αυτή σηκωνόταν κι έκανε ένα βήμα προς το μέρος του απλώνοντας το χέρι της· εκείνη τη στιγμή της προσμονής της απερίγραπτης ευτυχίας.... 

Τι είναι στιγμή στο χρόνο; Σε τι διαφέρει η στιγμή σε ένα σύμπαν όπου ένα κλάσμα του δευτερολέπτου είναι ένα κλάσμα του δευτερολέπτου από ένα άλλο όπου ένα κλάσμα του δευτερολέπτου ισοδυναμεί με 116 ημέρες; Η στιγμή δεν είναι χρόνος, είναι μια ρωγμή στη συνέχεια, μια χαρακιά χωρίς διαστάσεις, ένα σκίσιμο στο πέπλο του σύμπαντος όπου η διάρκεια δεν ορίζεται. Αυτή τη ρωγμή συνάντησε το χέρι της κι έμεινε μετέωρο και την επόμενη στιγμή δεν υπήρχε τίποτα, απολύτως τίποτα και την αμέσως προηγούμενη υπήρχαν τα πάντα. Κι ήταν εκείνη η ρωγμή σαν ένα χέρι που κατεβάζει έναν διακόπτη και σβήνει το φως του Κόσμου.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Στεκόμουν με απλωμένο το χέρι και ζητούσα λίγα κέρματα να αγοράσω μια μπίρα. Δεν πείραζα κανέναν, ζητούσα λίγα κέρματα να αγοράσω μια μπίρα. Παρέες από πιτσιρικάδες μου φέρνανε κουτάκια και μ’ έβαζαν να τους λέω την ιστορία του θεού Ευάγγελου και της μυστηριώδους Μαρίας Μανταλένας που τον καθάριζε, για το ιερό βιβλίο με τις διακόσιες τριάντα έξι συν μια σελίδες, για τον σατανά με τα κόκκινα μάτια και τα φίδια στα μαλλιά που μπήκε στο σώμα μου για να καταστρέψει τον κόσμο εκμεταλλευόμενος την προσωρινή απουσία του Ευάγγελου που μόνο τρεις μέρες έλειψε, είχε ανέβει για λίγο στον ουρανό να πάρει οδηγίες, αλλά δεν πρόλαβε να γυρίσει έγκαιρα, για τους καλούς κυρίους που με περιμάζεψαν και με φροντίζουν εδώ, πίσω από αυτά τα ψηλά κάγκελα. Τις περισσότερες φορές γελούσαν και γελούσα κι εγώ μαζί τους, άλλες με έλουζαν με μπίρα και πάλι γελούσαν και γελούσα κι εγώ μαζί τους μέχρι αργά το απόγευμα που έμπαινα στο δωμάτιό μου πριν πέσει ο ήλιος και δεν κοίταζα ποτέ στον ουρανό, ποτέ, ποτέ εκεί που πλέουν οι βόλοι των θεών που παίζουν με τις ζωές μας.

Έξοδος

Κάπου σε κάποιο ηλεκτρικό κύκλωμα, σε κάποιο ταπεινό μαγνήτη, η ανάμνηση μιας ζωής και μιας εξέλιξης ένα αχνό αποτύπωμα πολιτισμού περιμένει τη στιγμή να εμφανιστεί στο μέλλον σαν μαζική ανάμνηση, σαν ένστικτο, σαν συνείδηση της ύπαρξης, σαν deja vu σε έναν καινούργιο αντικατοπτρισμό, σε μια νέα προβολή ενός εικονικού κόσμου και να αποτελέσει την έμπνευση για τη συγγραφή μιας νέας κοσμογονίας αντάξιας του μεγαλείου των ανθρώπων και των θεών τους. 

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

Οι Ζωές της Κατίνας

Αλιευμένη στο διαδίκτυο  http://jenniferphotographyclass.blogspot.gr/
1.

- Έλα κορίτσι μου, έλα αγάπη μου να φάμε το πρωινό κι ύστερα έχω κανονίσει κομμωτήριο, ναι;

Η Κατίνα οπλισμένη με υπομονή και με βλέμμα γεμάτο στοργή, προσπαθούσε να επαναφέρει στο σήμερα, στο τώρα, στο εδώ την ηλικιωμένη γυναίκα απέναντί της που έδειχνε να αιωρείται ανάμεσα στο πουθενά και στο τίποτα, με τα μάτια καρφωμένα στο κενό, όπως συχνά συνέβαινε τελευταία.

Το μεγάλο δυτικό μπαλκόνι ήταν σκεπασμένο με ένα λουλουδάτο τεντόπανο και περιμετρικά στα κάγκελα υπήρχαν μεγάλες γλάστρες με λογής φυτά, τοποθετημένες με τάξη και σχέδιο στη σειρά. Έβλεπες φίκους, γιασεμιά, νυχτολούλουδα και γεράνια, λαντάνες, κατιφέδες, ορτανσίες και αναρριχώμενες τριανταφυλλιές και πιπεριές και βασιλικούς και ρόζμαρι ως και λεμονίτσες που το χειμώνα τις τραβούσε στο απάγκιο και τις σκέπαζε με διάφανο πλαστικό. Ο πράσινος, λουλουδιασμένος αυτός φράχτης, κρατούσε μακριά τα αδιάκριτα βλέμματα και το θόρυβο της πόλης, πέντε ορόφους πιο κάτω, ενώ ταυτόχρονα έκανε την παραμονή στο χώρο ευχάριστη.

Στο στρογγυλό μεταλλικό τραπέζι, πάνω στο λευκό τραπεζομάντηλο, ένας δίσκος με δυο κούπες τσάι, μερικές φρυγανιές σικάλεως χωρίς ζάχαρη, το δοχείο με τη μαργαρίνη κι εκείνο με το μέλι, ένα μεγάλο μπουκάλι με δροσερό νερό και δυο ποτήρια. Η Δέσποινα, ντυμένη στο λευκό βαμβακερό νυχτικό με τα φαρδιά μανίκια ως τον αγκώνα κι ένα πλεχτό κρεμ σάλι στους ώμους για την πρωινή δροσιά. Το καλοκαίρι ήταν παρόν και φλογερό αλλά σε αυτές τις ηλικίες, είχε κλείσει τα ογδόντα οκτώ στις 19 Μαρτίου και το είχανε γιορτάσει με προφιτερόλ από το Σεράνο, το σώμα κρυώνει μόνιμα.

- Μπράβο ομορφιά μου, να σου βάλω και λίγο νεράκι δροσερό; Είπε η Κατίνα καθώς η Δέσποινα έκοψε μια μπουκιά από τη φρυγανιά με τη μαργαρίνη και το μέλι.

Έγειρε πίσω στην καρέκλα. Προς στιγμήν και φευγαλέα, φάνηκε κούραση και απελπισία και παραίτηση στον τρόπο που άφησε το σώμα της να χαλαρώσει και τα μάτια της να περιπλανηθούν στο χώρο. Τον Οκτώβριο κλείνουν δεκαοχτώ χρόνια από τότε που για πρώτη φορά πέρασε την πόρτα της παλιάς πολυκατοικίας στη Μιχαλακοπούλου και ανέβηκε στον πέμπτο όροφο. Μερικούς μήνες πριν, τον Μάιο του 1998, είχε θάψει τον αδερφό της έπειτα από μια διετή μάχη με τον καρκίνο που την κατέβαλε σωματικά και οικονομικά και την άλλαξε αμετάκλητα, όπως τότε νόμιζε, εσφαλμένα όπως αποδείχτηκε.

2.

Εκείνη ήταν δεκαεφτά κι εκείνος εικοσιπέντε όταν έχασαν την μάνα τους κι έμειναν χωρίς στήριγμα και χωρίς κοντινό συγγενή στο χωριό. Ο πατέρας τους, ελάχιστα τον θυμόταν, είχε σκοτωθεί νωρίτερα, στον εμφύλιο. Η ζωή ήταν δύσκολη στα ορεινά φτωχοχώρια της Πελοποννήσου, ένας μακρινός θείος, ξάδερφος της μάνας τους, δικηγόρος στην Καλαμάτα, βοήθησε να προσλάβουν τον Γιώργη στην Τράπεζα Πίστεως, κλητήρα. Πούλησαν την ελάχιστη περιουσία τους και μετακόμισαν στην Αθήνα, στην Κυψέλη, σε ένα δυαράκι επί της οδού Ιωάννου Δροσοπούλου. Ο Γιώργης κοιμόταν στην κρεβατοκάμαρα κι η Κατίνα στο ντιβανομπάουλο, στο χωλ.

Η Κατίνα παντρεύτηκε στα δεκαεννέα έναν γείτονα, σαραντάρη, υπάλληλο στο Υπουργείο Συντονισμού, που πέθανε έξι χρόνια μετά από εγκεφαλικό. Παιδιά δεν κάνανε, ευτυχώς. Της έμεινε η σύνταξη χηρείας για να πορεύεται και γύρισε στον αδερφό της.

Ο Γιώργης, μαλθακός, άσπρος, πλαδαρός, χωρίς νεύρο, χωρίς προσωπικότητα, μισάνθρωπος, μονόχνοτος, γυναίκα δε σταύρωσε ποτέ. Προσπάθειες διαφόρων να του προξενέψουν στην αρχή κορίτσια, αργότερα ζωντοχήρες ή χήρες, έπεσαν στο κενό. Συχνά, τα βράδια χάνονταν, συχνά επίσης γύριζε χτυπημένος αλλά η Κατίνα δε ρωτούσε ούτε γιατί ούτε πως ούτε που ούτε ποιος, μόνο του ΄λεγε «να προσέχεις Γιώργη μου, να προσέχεις, άλλον δεν έχω και τι θα γίνω αν πάθεις κάτι;».

Κάποια στιγμή θέλησε ο θεός να μπορέσουν να αγοράσουν και το δυαράκι που μέχρι τότε νοίκιαζαν κι έτσι κύλησαν τα χρόνια, με την Κατίνα να κυβερνά καλά το σπίτι και να υπηρετεί άξια τον αδερφό της. Η Κατίνα το ταμείο, τη δική της σύνταξη και όσα της έφερνε ο Γιώργης, η Κατίνα τις δόσεις, τη συντήρηση, τις επισκευές, τον εξοπλισμό, τα ψώνια, το φαγητό, το πλύσιμο, το μαγείρεμα, η Κατίνα τη φροντίδα του Γιώργη μετά από εκείνες τις εξόδους που κανείς δεν μιλούσε γι’ αυτές (να προσέχεις Γιώργη μου, άλλον δεν έχω). Γκρίνια ή λόγος κακός δεν βγήκε ποτέ από το στόμα της. Θα νόμιζε κανείς ότι γεννήθηκε να υπηρετεί, να υπακούει, να υπομένει. Βόλτα και διασκέδαση δεν ήξερε τι είναι, μόνο ως τα μαγαζιά πήγαινε και στην εκκλησία την Κυριακή, μια στο τόσο για περπάτημα στο Πεδίο του Άρεως. Κάποτε, Κυριακή ήταν, άνοιξη, πήγε για καφέ στη Φωκίωνος Νέγρη όταν την πήρε ο Γιώργης σε μια από τις αποτυχημένες προσπάθειες διάφορων προξενητάδων να του γνωρίσουν γυναίκα.

Ο καρκίνος επισκέφθηκε το Γιώργη τρία χρόνια μετά τη σύνταξη σαν φυσική κατάληξη σε μια μακροχρόνια διαδικασία εγκατάλειψης και σήψης. Επί δυο χρόνια η Κατίνα ξενυχτούσε, ξεσκάτιζε, γιατροκομούσε, σκέπαζε, έτριβε, υπέμενε, υπηρετούσε, καθάριζε πληγές κι έβλεπε τον αδερφό της να λειώνει, να σβήνει, να τον καταπίνει ο πόνος και η αρρώστια τόσο ώστε να παρακαλάει στο τέλος το θεό να τον λυπηθεί – να τους λυπηθεί – και να τον πάρει κοντά του. Δυο χρόνια ξόδευε το κομπόδεμα που είχε φτιάξει στους καλύτερους γιατρούς με την ελπίδα ότι κάτι θα γίνει. Δυο χρόνια κοιμόταν με το ένα μάτι ανοιχτό, πότε στο σπίτι, πότε στο ένα νοσοκομείο, πότε στο άλλο, έτοιμη να αποκριθεί σε κάθε βογκητό, σε κάθε παρακάλι, σε κάθε απαίτηση και προσβολή και ύβρη. Οι άνθρωποι, κι οι πιο καλοί, μπορούν να χάσουν τον εαυτό τους στο μεγάλο πόνο.

Και τι θα έκανε αν πέθαινε ο αδερφός της; Τι θα έκανε όταν πέθαινε; Ποια ήταν η ζωή της; Ποιος θα τη φρόντιζε αν αρρώσταινε; Η Κατίνα είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί τη θέση της από τις ημέρες της νοσηλείας στον Άγιο Σάββα. Ήταν πενήντα επτά, ήταν γερή και όρθια σαν κυπαρίσσι αλλά ήταν γερασμένη. Ποτέ δεν υπήρξε νέα, πάντα γερασμένη ήταν. Μαθημένη να ζει μέσα από τις ζωές των άλλων, μαθημένη να υπηρετεί, ένοιωθε τη ζωή της να γκρεμίζεται και κάθε προοπτική να σβήνει από μπρος της.

Στους διαδρόμους του νοσοκομείου γνωρίστηκε με την Έφη, που είχε τη μάνα της σε διπλανό θάλαμο, εβδομήντα χρονών. Εκεί, στις μεταμεσονύχτιες εξομολογήσεις, αποδέχτηκε την πρόταση να αναλάβει να προσέχει την κυρία Δέσποινα, αν όλα πήγαιναν καλά. Στην αρχή, θα πήγαινε δυο φορές την εβδομάδα να της καθαρίζει, να βλέπει τις ανάγκες, να μαγειρεύει ένα πιάτο φαΐ, τα βασικά δηλαδή.

Ο Γιώργης πέθανε, τον έκλαψε ως όφειλε και τον έθαψε και τον πένθησε επί πεντάμηνο. Τα πράγματα πήγαν καλά για την κυρία Δέσποινα και ύστερα από τις απαραίτητες συνεννοήσεις. στις 17 Οκτωβρίου του 1998, ημέρα Σάββατο, στις 9 το πρωί ακριβώς, η Κατίνα περνούσε την πόρτα της παλιάς πολυκατοικίας επί της οδού Μιχαλακοπούλου, κοντά στο Νοσοκομείο Αλεξάνδρα, κι έπαιρνε το παλιό ασανσέρ με τη φασαριόζικη συρταρωτή πόρτα για τον πέμπτο όροφο, στο ρετιρέ.

3.

Τα δυο πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα. Η Δέσποινα, χήρα καθηγητού της ιατρικής, αποσύρθηκε από την ενεργό δράση - είχε ιδρύσει και διηύθυνε επί σχεδόν σαράντα έτη ένα από τα μεγαλύτερα πρακτορεία ταξιδιών - προς χάριν της κόρης της, της Έφης, όχι επειδή το επέλεξε αλλά λόγω της ασθένειάς της και δεν είχε συμφιλιωθεί ποτέ με αυτό.

Εκείνο που την κατέβαλε περισσότερο ήταν αυτό που η ίδια ονόμαζε «λειτουργική αναπηρία». Η αδυναμία της να φορέσει τα σικάτα της παντελόνια, τα εντυπωσιακά φορέματα, να καθίσει σταυροπόδι και να επιδοθεί με τις ώρες σε ανούσιες συζητήσεις με τις φίλες και τις «φίλες» της, να πάει σινεμά, θέατρο, παραλία, εστιατόριο, Επίδαυρο, Ηρώδειο, εκδρομές χωρίς να νοιάζεται αν και πότε γέμισε το καταραμένο το σακουλάκι, αν μυρίζει, αν φαίνεται, αν, αν, αν… Γι’ αυτό δεν ανεχόταν την παρουσία της Κατίνας και έβριζε, κακομιλούσε, φώναζε, πετούσε πράγματα, δυστροπούσε. Όχι επειδή είχε κάτι προσωπικά μαζί της αλλά επειδή αναγκαζόταν να εξευτελίζεται μπροστά της, έχανε την ανθρώπινη αξιοπρέπειά της, γινόταν έρμαιο στα χέρια της, εξέθετε σώμα και ψυχή στα βέβηλα μάτια ενός ξένου, ενός άλλου.

Η Κατίνα πάλι έχοντας μάθει να υπηρετεί και να υπομένει στωικά και σιωπηλά, έκανε αυτό που μπορούσε και αυτό που μπορούσε ήταν το καλύτερο. Στα δυο χρόνια της αμφισβήτησης, χρησίμευσε ως σάκος του μποξ, ως σκουπιδοτενεκές, ως κυματοθραύστης των επιθέσεων προς την κόρη, τα εγγόνια, την κοινωνία, ως αναγκαστική παρέα, ως νοσοκόμα και σπάνια ως ώμος για δάκρυα, ως αγκαλιά παρηγοριάς.

Με την κλιμάκωση της ασθένειας και των αναγκών, μετακόμισε μόνιμα στο τεράστιο ρετιρέ, στο δωμάτιο υπηρεσίας που είχε μάλιστα ξεχωριστή είσοδο και ξεχωριστό ασανσέρ, νοίκιασε το δυαράκι στην Κυψέλη και άφηνε τη σύνταξη χηρείας, το ενοίκιο και το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβής της να σωρεύονται σε έναν τραπεζικό λογαριασμό που μόνο καταθέσεις περιελάμβανε.

Από τον τρίτο χρόνο της συμβίωσης και με την αποδοχή από τη Δέσποινα της πραγματικότητας, όλα άλλαξαν. Η Κατίνα έγινε η καλύτερη της παρέα. Έβγαιναν μαζί, κομμωτήριο, νύχια, ρούχα, καλλυντικά, καφέ, εστιατόρια, ακόμα και θέατρο κι όταν ερχόταν δύσκολες στιγμές η Κατίνα ήταν εκεί να κρατήσει ψηλά της αξιοπρέπειά της, να μην επιτρέψει τον εξευτελισμό της κι έτσι δέθηκαν με δεσμούς δυνατούς, κι έτσι αγαπήθηκαν. Έτσι η Δέσποινα ξανάρχισε να ζει και η Κατίνα γνώρισε τη ζωή, έμαθε να γελά, να μιλά, να υπάρχει για την ίδια, να κοιτάζεται στον καθρέφτη για πρώτη φορά, να διασκεδάζει με τη συζήτηση, να προσμένει τη βόλτα κι έτσι η Κατίνα έγινε Καίτη στην αρχή και μετά Καιτούλα.

Όσο τα χρόνια περνούσαν κι η αναπόφευκτη φθορά του σώματος προέλαυνε και οι δυνάμεις εγκατέλειπαν το σώμα, οι έξοδοι αραίωναν. Κομμωτήριο πια, μια φορά στις δεκαπέντε, για καφέ κάθε Κυριακή πρωί στο Mojo, για φαγητό κάποιες Πέμπτες απόγευμα στου Βλάση και μια στο τόσο, ταξί και καφέ ή πάστα στην πλατεία, στον Βάρσο.

Τα τελευταία δυο χρόνια άρχισαν τα πραγματικά προβλήματα, με την άνοια να χτυπά την πόρτα, τον ίλιγγο να διαλύει την ικανότητα βάδισης και την μετακίνηση να μετατρέπεται σιγά σιγά σε μαρτύριο. Πλέον, η κομμώτρια ερχόταν σπίτι και οι βόλτες περιορίστηκαν στις απόλυτα απαραίτητες, η Έφη αραίωσε τις επισκέψεις, δεν άντεχε την αδυναμία της μάνας της να την αναγνωρίσει ούτε τους χωρίς νόημα ακατάληπτους μονολόγους της κι η Καιτούλα ξανάγινε Κατίνα.

4.

- Χόρτασες αγάπη μου;

Καθάρισε το τραπέζι, τακτοποίησε τα πράγματα στο ψυγείο, μπανιάρισε και έντυσε τη Δέσποινα με το καλύτερο φουστάνι της, έπειτα έκανε κι η ίδια μπάνιο και ντύθηκε για έξοδο.

Είχε τηλεφωνήσει από την προηγούμενη στο κομμωτήριο, είχε κλείσει ραντεβού, στις 10 και στις 10 παρά πέντε το ταξί τις περίμενε στην είσοδο της πολυκατοικίας να τις πάει για βάψιμο, χτένισμα και νύχια. Στις 11 είχαν τελειώσει και για να διανύσουν την απόσταση από το κομμωτήριο ως την Παπαδιαμαντοπούλου, λιγότερο από δεκαπέντε μέτρα, χρειάστηκαν πέντε λεπτά σε μια λιτανεία – παρέλαση σουρεαλισμού, έναν ύμνο στη γυναικεία, την ανθρώπινη ματαιοδοξία. Δυο γυναίκες που δεν μπορούν να σταθούν όρθιες αλλά πηγαίνουν στο κομμωτήριο. Ακούμπησε όλο στοργή τη Δέσποινα στο κάγκελο, στην άκρη στο πεζοδρόμιο, της ψιθύρισε γλυκά «κρατήσου καλή μου», γύρισε δυο φορές να βεβαιωθεί ότι στέκεται στη θέση της και δεν έγειρε να πέσει επί τόπου όσο η ίδια καλούσε στο κινητό το ταξί να τις παραλάβει. Την έβαλε προσεκτικά, σαν κούκλα από πορσελάνη, στο πίσω κάθισμα, έκανε τον κύκλο και μπήκε από την άλλη πόρτα. «Στου Βάρσου», είπε.

Στις τρεις είχαν επιστρέψει σπίτι, την έβαλε ξανά στο μπάνιο, της άλλαξε ντύσιμο, προσεκτικά να μη χαλάσει το χτένισμα κι έπειτα ξανά ταξί, ξανά τη βάσανο του βαδίσματος και για φαγητό στην ταβέρνα του Βλάση.

Ήταν περασμένες έξι όταν επέστρεψαν στο σπίτι. Ξανά μπάνιο, έπειτα το λευκό νυχτικό και στο κρεβάτι, με πολλά μαξιλάρια να της στηρίζουν το κεφάλι και να κρατούν το σώμα σε γωνία ώστε να βλέπει την τηλεόραση. Έκανε κι η ίδια μπάνιο, ντύθηκε το νυχτικό της, τακτοποίησε δυο φακέλους με χαρτιά στο τραπεζάκι στο χωλ, δίπλα στην είσοδο, πήρε δυο ποτήρια νερό και δυο σειρές χάπια κι έκατσε δίπλα της στο κρεβάτι και της τα έδωσε όλα με υπομονή και στοργή.

- Έλα καλή μου, έλα αγάπη μου, έλα ομορφιά μου, ακόμα ένα.

Έπειτα, κατάπιε άλλα τόσα κι η ίδια και ξάπλωσε δίπλα της, την αγκάλιασε κι ξέσπασε σε λυγμούς, χωρίς ήχο, μόνο με το κορμί να τραντάζεται ρυθμικά για ώρα πολύ.

Τις βρήκαν μέρες μετά. Η μυρωδιά ανάγκασε τους γείτονες να ειδοποιήσουν την αστυνομία και την Έφη. Φαρμακευτική δηλητηρίαση ήταν η γνωμάτευση του ιατροδικαστή και το περιεχόμενο του ενός από τους δύο φακέλους δεν άφηνε κανένα περιθώριο για παρερμηνείες ούτε για περαιτέρω αστυνομική έρευνα και η υπόθεση έκλεισε πριν καν ανοίξει.

5.

Το ορεινό φτωχοχώρι του νομού Αρκαδίας, σχεδόν στο σύνορο με τους νομούς Μεσσηνίας και Ηλείας, απέκτησε καινούργια μαρμάρινη βρύση, χτισμένη με χρήματα από δωρεά της Αικατερίνης και του Γεωργίου Σταματόπουλου, ενδόξων τέκνων του χωριού που κανείς πρακτικά δεν γνώριζε ούτε τους ίδιους ούτε την ιστορία τους, αλλά ποιος νοιάζεται;. Κατ’ απαίτηση μάλιστα των δωρητών, η βρύση ονομάστηκε «της Δέσποινας».

Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Υπογείως

Ιστορίες ανθρώπων

ΜΑΡΙΑ - ΑΛΙΜΟΣ

Ακούμπησε στην πλάτη της θέσης αριστερά της πόρτας όπως μπήκε στο τελευταίο βαγόνι στην προ-τελευταία πόρτα του συρμού, στην κόκκινη γραμμή του Μετρό. Στάση Άλιμος. Είχε διαλέξει να μπαίνει από τη συγκεκριμένη πόρτα γιατί στο Σύνταγμα την άφηνε ακριβώς απέναντι από τις σκάλες που οδηγούσαν στο επίπεδο της μπλε γραμμής και από εκεί, στο Μέγαρο Μουσικής, δυο λεπτά περπάτημα μέχρι το «Αλεξάνδρα» όπου δούλευε, στο καρδιολογικό. Τριάντα τέσσερα χρόνια. Τα 12 τελευταία, προϊσταμένη. Η τελευταία της σειράς της. Όλες οι άλλες είχαν φύγει με σύνταξη, λόγω ανηλίκων τέκνων. Η ίδια δεν είχε παιδιά. Ούτε άντρα.
Ήταν ιδιαίτερα ψηλή για γυναίκα της ηλικίας της, ένα εβδομήντα, ίσως ένα εβδομήντα πέντε. Είχε κοντά ξανθά μαλλιά, από τότε που ξεκίνησε να τα βάφει στα τριάντα δύο της, πριν από εικοσιένα χρόνια. Κανονικά ήταν καστανή. Το βάψιμο με το συνοδευτικό χτένισμα, ήταν μια από τις ελάχιστες μικρές απολαύσεις που επέτρεπε ακόμα στον εαυτό της.
Φορούσε ένα αμάνικο ριχτό κόκκινο μπλουζάκι με λαιμόκοψη χαμόγελο και μια λουλουδάτη φούστα μακριά, ως κάτω από το γόνατο. Στα πόδια στρωτά και κλειστά δερμάτινα παπούτσια, τα οποία θα άλλαζε με τα πλαστικά σαμπό μόλις έφτανε στο νοσοκομείο. Στα μάτια, γυαλιά με καφέ - χρυσαφί σκελετό και χοντρούς φακούς.
Στεκόταν σχεδόν ακίνητη κοιτώντας ψηλά, πάνω από τα κεφάλια των επιβατών. Ανά διαστήματα σήκωνε το αριστερό της χέρι και συμβουλευόταν λίγα χαρτιά, κομμένα από κάποιο συναξάρι ή βιβλίο ψαλμών, εκείνα με το περίτεχνο πρώτο γράμμα στην αρχή των κεφαλαίων, τις κυματιστές περισπωμένες, τις παιχνιδιάρικες υπογεγραμμένες και τις σκόρπιες παραγράφους με κόκκινο μελάνι. Με το δεξί έσφιγγε γερά παραμάσχαλα την τσάντα της που ήταν περασμένη με κοντό λουρί, από τον ώμο της. Δεν κουνούσε τα χείλη αλλά προφανώς έψελνε ή απήγγειλε από στήθους όσα τα χαρτιά της υπαγόρευαν.
Ήταν θρησκευόμενη από μικρή. Μετά τα σαράντα της όμως, παντρεύτηκε τις εκκλησίες και τους παπάδες σε απόσταση αρκετών χιλιομέτρων γύρω από το σπίτι της. Τα σαββατοκύριακα, οι αργίες και οι διακοπές της ήταν αφιερωμένες σε μοναστήρια ανά την επικράτεια. Νήστευε στις νηστείες τηρώντας με αυστηρότητα όλα τα από την παράδοση προβλεπόμενα. Ξόδευε μικρές περιουσίες σε φυτιλάκια, καρβουνάκια, λάδι, κεριά και βιβλιαράκια με βίους αγίων και ψαλμωδίες κι όλα αυτά για να βρει παρηγοριά στον ανομολόγητο φόβο της που την σκότωνε αργά: την μοναξιά των γηρατειών. Την είχε ζήσει αυτή την μοναξιά, είχε τρομάξει, είχε καταβληθεί από την εξ επαγωγής παρουσία της. Είχε γηροκομήσει τη μάνα της εφτά χρόνια, τα τελευταία τρία με άνοια, πρακτικά κατάκοιτη, στριμμένη, κακιά, επιθετική, εκδικητική, παράλογα απαιτητική. Αυτή δεν είχε κανέναν, αν ποτέ βρισκόταν στην ίδια θέση. Άλλες, στην ηλικία της, όταν βρίσκονται αντιμέτωπες με το ίδιο πρόβλημα, καταφεύγουν στα φάρμακα. Εκείνη στράφηκε στο θεό. Και στα φάρμακα.

ΠΑΥΛΟΣ - ΗΛΙΟΥΠΟΛΗ

 «Σαν τις κότες που σκύβουν, πίνουν μια γουλιά και στρέφουν το κεφάλι στον ουρανό» σκέφτηκε χαμογελώντας καθώς παρατηρούσε την ψηλή γυναίκα διαγώνια και πίσω στο ίδιο βαγόνι να σκύβει στο χαρτάκι στο χέρι της και να σηκώνει ξανά το κεφάλι. Είχε βρεθεί στην πόρτα απέναντι από εκείνη που μπήκε. Δεν το διάλεξε το σημείο, ήταν το αποτέλεσμα της συνισταμένης των δυνάμεων που ασκήθηκαν από όσους έμπαιναν και έβγαιναν στο συρμό, στη στάση Ηλιούπολη.
Έγειρε εκεί που βρέθηκε και στηρίχθηκε στην πόρτα. Μέτριος στο ύψος, με χαμηλό μέτωπο, μαύρο μαλλί σπαστό, απεριποίητο και ατίθασο, φρύδια σμιχτά. Φορούσε ένα χακί καπέλο, ένα μπλε μπλουζάκι με μιαν απροσδιόριστη στάμπα στο στήθος κι έναν μεγάλο λεκέ ιδρώτα κάτω από τη μασχάλη. Παντελόνι τζιν, φαρδύ που έμοιαζε ξένο πάνω από τα αδύνατα πόδια του και καφέ δερμάτινα γδαρμένα παπούτσια. Παντοφλέ.
Είχε σπουδάσει φυσικό στα Γιάννενα, χρειάστηκε οχτώ χρόνια να πάρει πτυχίο, είχε βλέπεις τη δουλειά, σερβιτόρος στην ψησταριά, και το κόμμα. Ύστερα δύο φαντάρος, τον ένα στο Διδυμότειχο. Μετά, πέντε χρόνια στο Αγρίνιο, αφισοκολλητής στο κόμμα, λίγα ιδιαίτερα, ένα φεγγάρι σε φροντιστήριο. Δεν το ΄χε όμως ούτε με την επιστήμη ούτε με το καθηγητηλίκι. Το πάλεψε και σαν ωρομίσθιος και σαν αναπληρωτής αλλά «το κράτος και οι συνθήκες» ήταν εναντίον του. Είχε δώσει κάποτε και εξετάσεις στον ΑΣΕΠ. Απέτυχε. «Αφού είναι μιλημένα», έλεγε στην μικρή του παρέα στο καφενείο στο χωριό ανάμεσα σε τσίπουρα με σταφιδοστράγαλα, «τις θέσεις τις μοιράζουν μεταξύ τους, δεν αφήνουν την εργατική τάξη να ανέβει κοινωνικά».
Δεν ζούσε, παρασυρόταν από τη ζωή σε έναν κόσμο που δεν γνώριζε και δεν μπόρεσε να μάθει. Σχεδόν σαράντα χρόνια, ή όσα τέλος πάντων θυμάται τον εαυτό του, κρατά τη ζωή και την γυρνά πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά, προσπαθώντας να βρει τις οδηγίες χρήσης. Χαμένος κόπος. Μάλωσε με τον πατέρα του, έναν ξεροκέφαλο αγράμματο και δύστροπο κτηνοτρόφο από τα ορεινά της Τριχωνίδας, όταν του είπε ότι είχε σκοπό να βάλει σαλιγκάρια. Δεν έβαλε. Ευτυχώς. Δοκίμασε να καλλιεργήσει κράνα, μάζευε μούρα, ρίγανη, έφτιαξε μελίσσια που τα χάλασε μετά ώσπου στο τέλος ανέλαβε τα λίγα προβατάκια του πατέρα του, όταν ο τελευταίος δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα.
Χρειάστηκε δυο χρόνια να τα κάνει 70 από εκατό που τα παρέλαβε, χρειάστηκε να γελά μαζί του στην αρχή το καφενείο στο χωριό, μετά ο κτηνίατρος στο Θέρμο και στο τέλος όλοι οι υπάλληλοι του πρωτογενούς στο κτίριο της Νομαρχίας στο Αγρίνιο, πριν καταφέρει να τα μανιπουλάρει. Όχι χωρίς κόστος. Οι κάτοικοι των μικρών, κλειστών επαρχιακών κοινωνιών μπορούν να είναι ιδιαίτερα σκληροί με κάποιους ανθρώπους και στην περίπτωσή του το έδειξαν και το απέδειξαν. Πλέον έπινε πολύ, μιλούσε ελάχιστα κι όταν μιλούσε, το έκανε για να τα βάλει με το κράτος γιατί δεν μπορούσε να τα βάλει με τους ανθρώπους, γιατί δεν είχε τη δύναμη να τα βάλει με τον εαυτό του ή με τον πατέρα του που του έμαθε τη ζωή χρησιμοποιώντας την δερμάτινη λουρίδα του παντελονιού του στην πλάτη του.
Αυτόν τον πατέρα πήγαινε τώρα να δει, στον Άγιο Σάββα. Έμεινε το βράδυ στον μόνο άνθρωπο που ένοιωθε «δικό του», στη θειά του, την αδερφή της μακαρίτισσας της μάνας του, στο Καλαμάκι. Το πρωί ήπιε καφέ, ελληνικό σκέτο, κάπνισε ένα στριφτό, τα είπε με τη θεία για το χωριό, τη ζωή του – «όλα καλά θείτσα, όλα καλά» - και ξεκίνησε.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ – ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

Ένας τύπος με παράξενο καπέλο και ατίθασο μαλλί στηριζόταν αμέριμνος στην πόρτα καθώς ο συρμός σταματούσε αργά στην αποβάθρα στο σταθμό Αγίου Δημητρίου και πετάχτηκε τρομαγμένος όταν αυτή άνοιξε. Τον περίμενε να βρει την ισορροπία του, τον προσπέρασε και κατευθύνθηκε αριστερά, στο διάδρομο ανάμεσα στα βαγόνια. Στάθηκε εκεί, κοίταξε ξανά, από επαγγελματικό ενδιαφέρον, τον τύπο που τώρα χειρονομούσε και κουνούσε τα χείλη χωρίς να μιλά, ύστερα έβγαλε το τάμπλετ, σήκωσε τα γυαλιά ηλίου στα μαλλιά, άνοιξε ένα έγγραφο και προσποιήθηκε ότι διαβάζει.
Φορούσε στενό σκούρο μπλε παντελόνι, ταμπά μοκασίνι , λευκό πουκάμισο και ροζ γραβάτα. Είχε περασμένο στον ώμο το σακίδιο πλάτης και το σακάκι διπλωμένο στο μπράτσο του. Τα μαλλιά του είχαν αραιώσει στο μέτωπο από νωρίς και στο πανεπιστήμιο είχε ήδη αποκτήσει το χαρακτηριστικό σχήμα Μ με τους ψηλούς κροτάφους. Τα μάζευε όλα πίσω και τα έδενε κοτσίδα. Η μάνα του συνήθιζε να τον φωνάζει Φρόυντ. Ίσως αυτό να ήταν η κρυφή αιτία, ένας υφέρπων ναρκισσισμός, που τον έσπρωξε στην ψυχιατρική.
Το ιατρείο του ήταν στο Κολωνάκι, δίπλα στον Ευαγγελισμό, προικώο της γιαγιάς του από τον πατέρα της, μεγαλέμπορο από την Καλαμάτα που επένδυσε σημαντικό κομμάτι της περιουσίας του σε ακίνητα της πρωτευούσης. Συνήθιζε να κατεβαίνει ως το Σύνταγμα με το μετρό και μετά με τα πόδια. Κριεζώτου, Κανάρη, καφέ στο χέρι από το Carpo, Πατριάρχου Ιωακείμ ως την Μαρασλή. Μοίραζε καλημέρες και χαμόγελα στις νεαρές πωλήτριες και στις πρωινές κυρίες, έπιανε μικρές συζητήσεις για μπάλα και πολιτική με τον μανάβη και τον κύριο Ηλία, συνταξιούχο της Τραπέζης της Ελλάδος, κι έφτανε στις εννιά και τέταρτο στο Ιατρείο. Η Χαρά, η γραμματέας του, ήταν ήδη εκεί και τα ραντεβού κλεισμένα. Όχι πολλά αλλά αξιοπρεπώς αρκετά.
Τη Χαρά την απέλυσε πρόπερσι. Τα ραντεβού ήταν σαφώς λιγότερα και τα έσοδα δεν επαρκούσαν για τη συντήρηση και των δυο. Από την άνοιξη φέτος, σταμάτησε να ανεβαίνει με τα πόδια, δεν άντεχε όλη αυτή την ταλαιπωρία. Άλλαζε γραμμή στο Σύνταγμα και κατέβαινε Ευαγγελισμό. Έπαιρνε καφέ από τα καταθλιπτικά μαγαζάκια απέναντι από την είσοδο του Ευαγγελισμού και μετά έβλεπε τα ραντεβού του στα διαλείμματα του σχολιασμού στο facebook. Η αλήθεια είναι ότι του στοίχισε πολύ αυτή η απώλεια της καθημερινής του «ταλαιπωρίας». Ένοιωθε σαν να υπέστη έναν βίαιο ακρωτηριασμό αλλά από την άλλη νόμιζε ότι έβλεπε στα μάτια όλων οίκτο για τις «δουλειές που δεν πάνε καλά» και αυτό δεν το άντεχε.
Χτες βράδυ είχε αποφασίσει οριστικά να φύγει από την Ελλάδα. Δεν ήταν ξαφνική απόφαση, τριγύριζε στο μυαλό του μήνες τώρα Ξενύχτησε ψάχνοντας ευκαιρίες για μετακόμιση σε Αγγλία, Καναδά, Σκανδιναβικές χώρες. Ξημερώματα σχεδόν τον πήρε ο ύπνος. Τα μάτια του ήταν κόκκινα και τον τριβέλιζαν από την ξηρότητα. «Να θυμηθώ να βάλω δυο σταγόνες» σκέφτηκε κι αφέθηκε στην παρήγορη προοπτική της μετοίκησης. Ήταν τριάντα οχτώ πια, δεν είχε πολλές ευκαιρίες. Ή αυτό ή θα χρειαζόταν βοήθεια από κάποιον συνάδελφό του. Το μεγάλο πρόβλημα ήταν πως θα το έλεγε στη μάνα του. Μάλλον, πως θα αντιδρούσε η μάνα του. Έσμιξε τα φρύδια, έκανε μια γκριμάτσα σαν να διώχνει μακριά τη σκέψη και συνέχισε να προσποιείται ότι διαβάζει, με μεγαλύτερη πλέον προσήλωση.

ANA – ΔΑΦΝΗ

 «Νάτος!» Μπήκε μέσα, γλίστρησε έτσι μικρόσωμη και λεπτούλα που είναι ώσπου βρέθηκε να ακουμπά στον τοίχο απέναντί του, στον στενό διάδρομο που ενώνει τα δυο βαγόνια. «Πάλι διαβάζει» σκέφτηκε, «πάντα διαβάζει» και χαμογέλασε κρυφά όλο στοργή. Πως γίνεται να νιώθεις στοργή για κάποιον που δεν γνωρίζεις καν το όνομά του, που δεν έχεις ανταλλάξει ούτε μια κουβέντα;
Πωλήτρια σε ρουχάδικο, στο Κολωνάκι, επί της Πατριάρχου Ιωακείμ, η Ανα με το ένα νι. Μικροκαμωμένη, εύχαρις, φωτεινή, ντυμένη προσεκτικά, οικονομικά αλλά όχι φθηνά, να όπως τώρα με την άσπρη παντελόνα, τους κοθόρνους από φελλό και το μονόχρωμο κολλητό τοπάκι.
Τον πρώτο χρόνο την έφερνε στη δουλειά ο Μπένη με το παπί. Μετά παντρεύτηκαν. Έφτανε νωρίς, συμμάζευε μέσα, σκούπιζε το πεζοδρόμιο, καθάριζε το τζάμι στην πόρτα, παράγγελνε καφέ για την κυρία Νόρα και κουτσομπόλευε με τις κοπέλες από τα διπλανά μαγαζιά. Έτσι κι εκεί τον πρωτοείδε, ένα τέτοιο πρωινό, να περνά από το απέναντι πεζοδρόμιο, πάντα από το απέναντι πεζοδρόμιο, κομψός και όμορφος. Σαν άγγελος, μακρινός, απλησίαστος.
Παντρεύτηκαν μικροί, αυτή κι ο Μπένη, περισσότερο υπακούοντας στις επιταγές των δικών τους, και ξόδεψαν νωρίς το λιγοστό απόθεμα πάθους. Δεν ήρθε και κάποιο παιδί να καθίσει σαν έρμα κι έτσι υψώθηκε και βολοδέρνει, παιχνιδάκι στις πνοές των ανέμων το αερόστατο που βαφτίστηκε «οικογένεια» προς χάριν των συμβάσεων της κοινωνίας. Ο Μπένη εργολάβος ανακαινίσεων αναλαμβάνει υποκαταστήματα τραπεζών ανά την Ελλάδα, κι αυτή να φυλάει Θερμοπύλες, πότε στο Κολωνάκι, πότε στην πλατεία της Δάφνης, δίπλα – δίπλα με κουνιάδα και πεθερά. Μόνη, σε ένα διπλό κρεβάτι που βουλιάζει μονόπατα και που το στρώμα ξερνά το κορμί της από πάνω του. Μόνη να καίγεται τα βράδια στη φλόγα των εικοσιπέντε χρόνων της.  Μόνη με τον Μπένη να λείπει ακόμα κι όταν κοιμάται πλάι της.
Η μάνα της, της είπε να τον παρατήσει, να πάει μαζί τους στην Αλβανία. Έχουν από το ’12 που γύρισαν και «τα Τίρανα είναι σαν την Αθήνα και καλύτερα» της λέει αλλά η Ανα με το ένα νι, δεν ξέρει παρά ελάχιστα Αλβανικά και δεν θέλει να ξεριζωθεί, η Ελλάδα είναι η πατρίδα της, αλλά ως πότε; Αν πατρίδα είναι οι άνθρωποι, ελάχιστοι έμειναν «δικοί» της, κανείς να εξομολογηθεί τις σκέψεις της.
Παρηγοριά και όαση στο μικρό της «δράμα», οι πρωινές συναντήσεις με τον άγγελό της, τα χάδια που του χαρίζει με τα μάτια, η τρυφερότητα με την οποία του στρώνει με το βλέμμα ένα τσουλούφι που ξεφεύγει από την κοτσίδα, η λαχτάρα να συναντήσει μια φορά τη φλόγα του βλεφαρίσματός του, κι όταν τυχαίνει εκείνος να αφήνει το βλέμμα του να περιπλανηθεί στο χώρο, τότε τρομαγμένη εκείνη αποτραβά τη ματιά της, μην και την καταλάβει και γελάσει μαζί της.

DEEPAK – ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ

Αόρατος, είναι το επίθετο που ταιριάζει απόλυτα στον αδύναμο, κοντό, φιλάσθενο μελαμψό άνδρα απροσδιορίστου ηλικίας που μπήκε τελευταίος στο βαγόνι στη στάση του Αι Γιάννη και στριμώχτηκε κολλημένος με το πρόσωπο στο τζάμι πίσω από τις θέσεις αριστερά της πόρτας. Αόρατος. Μάλιστα είναι το επίθετο που ταιριάζει σε όλους τους μελαμψούς νεαρούς και σε όλους τους άστεγους και σε όλα τα παιδιά των φαναριών και σε όλους τους ζητιάνους και σε όλους τους τσιγγάνους και τους γυρολόγους, τους παλαιοπώλες  και σε τόσους άλλους.
Φορούσε καθαρό, σκούρο τζιν παντελόνι, μπλε μπλουζάκι με μια σειρά πολύχρωμες λεπτές ρίγες στο στήθος δίχρωμα αθλητικά παπούτσια από συνθετικό ύφασμα με χοντρή σόλα. Από κάθε πόρο του κορμιού του αναδυόταν οι χαρακτηριστικές μυρωδιές ινδικών μπαχαρικών και το άσπρο των ματιών του είχε το χρώμα της ώχρας. Στην αγκαλιά του έσφιγγε μια τσάντα εμπορικού από όπου προεξείχε μεγάλος φάκελος ιατρικών εργαστηρίων.
Ίσως ήταν η φτιαξιά του, ίσως πάλι το πρόβλημα ήταν γονιδιακό, μπορεί να έφταιγε η απόλυτη φτώχια της παιδικής του ηλικίας που σημάδεψε κορμί και ψυχή, μπορεί το ταξίδι της προσφυγιάς και τα πρώτα χρόνια δουλειάς σε τούτη την άκρη της γης όπου βρέθηκε, σε χωράφια, στάβλους, φανάρια, στο μαγαζί με τα αξεσουάρ κινητής  στα στενά πίσω από το Δημαρχείο. Μπορεί να φταίνε οι δεκαπέντε ώρες καθημερινά πάνω από τη ραπτομηχανή στο δικό του μαγαζί «επιδιορθώσεις ενδυμάτων». Σε ότι κι αν οφειλόταν, το κορμί του ήταν διαλυμένο, του το φώναζε από καιρό και τον τελευταίο χρόνο έτρεχε στους γιατρούς.
Το πρώτο ραφτάδικο το άνοιξε στην πλατεία Καλογήρων και μετά, τα τελευταία χρόνια, πίσω από το Κάραβελ. Εκεί, στους Καλογήρους την είχε δει την λεπτοκαμωμένη κοπελίτσα με το άσπρο παντελόνι που στεκόταν στο διάδρομο ανάμεσα στα βαγόνια. Είχε φέρει δυο – τρεις φορές τζιν, να τα μπαλώσει στον καβάλο, αντρικά, φθαρμένα από τη σέλα στο μηχανάκι, και μια φορά ένα δερμάτινο δικό της, για αλλαγή κουμπιών. Είχαν πιάσει και συζήτηση, εκείνη δηλαδή του μιλούσε κι αυτός άκουγε και κουνούσε το κεφάλι. Η καταγωγή του και οι κοινωνικοί διαχωρισμοί στην πατρίδα του αυτό επιβάλουν. Γι’ αυτό της χαμογέλασε, ως δείγμα αναγνώρισης και σεβασμού κι επειδή στο μεταξύ έμαθε ότι αυτό οφείλει να κάνει. Ματαίως. Έξω από το μαγαζί του και μακριά από τον πάγκο του, ήταν αόρατος.
Το μαγαζί στους Καλογήρους το βρήκε σπασμένο δυο φορές. Τη δεύτερη, υπήρχαν και συνθήματα που τον καλούσαν να φύγει και ότι δεν τον θέλουν στη γειτονιά. Μίλησε με συντοπίτες του, ρώτησε, μετακόμισε κι ήταν για καλό. Το καινούργιο μαγαζί μεγαλύτερο, η δουλειά περισσότερη και τα λεφτά πολλά, πάρα πολλά. Προσέλαβε βοηθό αλλά ο ίδιος δεν έφευγε ποτέ από τον πάγκο του παρά μόνο για προμήθειες.  Οι άνθρωποι αυτόν ήξεραν, αυτόν έψαχναν.
Δεν ήξερε από πότε ήταν άρρωστος. Πρώτα ανακάλυψε  το πρόβλημα στην καρδιά, μετά στα νεφρά κι έβλεπε το χοντρό κομπόδεμα που είχε χτίσει να εξανεμίζεται και δούλευε περισσότερο και όσο περισσότερο δούλευε τόσο γρηγορότερα το κορμί του διαλυόταν.
Από εψές είχε κανονίσει το σημερινό πρωινό ραντεβού στον Ευαγγελισμό. Θα προσπαθούσε να βγάλει άκρη αν και κανείς δεν ήταν πρόθυμος να καθίσει να εξηγήσει με υπομονή στον αόρατο τι έχει, πόσο σοβαρό είναι και τι πρέπει να κάνει.  Δεν βοηθά κι η γλώσσα που παρά την καθημερινή τριβή με τους ντόπιους, δεν μπόρεσε να μάθει, δεν βοηθά και η δουλική του συμπεριφορά, το διαρκές λύγισμα της μέσης αλλά είναι βαριά και βαθειά η κληρονομιά του πολιτισμού που τον γέννησε και τον μεγάλωσε, όπου η υποταγή είναι σκαλισμένη στον χαρακτήρα.
Χαμογέλασε ξανά στο κορίτσι με το άσπρο παντελόνι όταν τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν αλλά προφανώς ο πάγκος του δίνει υπόσταση και χωρίς αυτόν δεν υπάρχει.

ΜΠΙΛΗΣ – ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Κόλλησε χιλιάδες ένσημα σε γυμναστήρια, έτρεξε αμέτρητα χιλιόμετρα σε διαδρόμους, ίδρωσε, κόπιασε, κατάπιε σκόνες και χάπια, χτύπησε ενέσεις, το έχτισε τελικά το εντυπωσιακό κορμί που στενάζει κάτω από το κολλητό μαύρο μακό με την κεντημένη ελληνική σημαία στο μπράτσο.
Συνήθως, κατεβαίνει στην «Αττική» κι ύστερα περπατά το ένα – εμάμιση χιλιόμετρο μέχρι τη δουλειά, σεκιουριτάς σε σταθμό λεωφορείων. Του αρέσει να βαδίζει προκλητικά ανάμεσα στα λιπόσαρκα σκουρόχρωμα ανθρωπάκια που κατακλύζουν την περιοχή στη Λιοσίων, και  να παρακαλά για αφορμή να μοιράσει σφαλιάρες ή κλωτσομπουνίδια. Δυστυχώς δεν τυχαίνει συχνά ή σχεδόν καθόλου. Έκοψαν και τις βραδινές εξόδους για «κυνήγι» με την παρέα ύστερα από τα γεγονότα με τους κομμουνιστές στον Πειραιά. Ας είναι. Τουλάχιστον έχει δουλειά και το χρωστάει στους δικούς του ανθρώπους.
Σήμερα έχει ρεπό. Κατεβαίνει Σύνταγμα και μετά Αμπελόκηπους, έχει ραντεβού με ένα φιλαράκι που υπηρετεί ΓΑΔΑ να κανονίσουνε για άδεια οπλοφορίας και με την ευκαιρία να πάνε και για σκοποβολή.
Του αρέσει που αραιώνουν όλοι στην εμφάνισή του, του αρέσει που τραβά τα βλέμματα ανδρών και γυναικών, δεν του αρέσει που δεν μπορεί να σταυρώσει γκόμενα, πέρα από κάτι ξεπέτες, κάτι πατσαβούρες που θα την βρίσκανε ακόμα και με αλβανούς ή τίποτα πακιστανούς, ακόμα και αραπάδες. Έχει πλακώσει στα χαστούκια κάποτε μια τέτοια που προσπαθούσε να τον πείσει ότι όλοι είναι άνθρωποι και τέτοιες μαλακίες και ότι οι έλληνες είναι μπάσταρδοι τούρκοι, σλάβοι και αλβανοί. «Αλβανό να πεις τον πατέρα σου, παλιοχαμούρα» της είπε και την έφτυσε πριν αμολήσει την τεράστια παλάμη του στη μούρη της.
Στεκόταν με τα πόδια μισάνοιχτα και τα «φτερά» ανοιχτά και σάρωνε προκλητικά το χώρο με τα μάτια πίσω από τα σκούρα police γυαλιά. Στο μπράτσο τατού ένα σύμπλεγμα σπαθί, περικεφαλαία, δαφνοστέφανο κι από πάνω με κεφαλαία και αρχαιοπρεπώς, «μολών λαβε». Ένοιωθε την αρχαιοελληνική κληρονομιά και τα κατορθώματα των ελλήνων ανά τους αιώνες, σαν βάρος πάνω στους ώμους του και ίσως γι’ αυτό μεγάλωνε τους τετρακέφαλους και τους κοιλιακούς, για να μπορεί να το αντέξει.
Στάμπαρε με την πρώτη τη σκούρα μισοριξιά, το σφάλμα της φύσης και του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι όταν κατάλαβε ότι ο σκούρος την έπεφτε στη ντελικάτη κοπελίτσα στη μέση του βαγονιού, δυο πόρτες παρακάτω.  Σκέφτηκε να φωνάξει αλλά το βαγόνι ήταν τίγκα και οι φίλοι του του έλεγαν να λουφάζει καλύτερα. Χαμηλό προφίλ και άλλες τέτοιες πολιτικάντικες μαλακίες που δεν καταλάβαινε και δε γούσταρε. Η  παρέα χάλασε από τότε που έγινε κόμμα, όλοι το έλεγαν, αλλά έτρωγε ψωμί και δεν μιλούσε. Θα το κανόνιζε αυτός όμως το πουστράκι, θα το κανόνιζε.

ΜΑΡΙΑ-ΕΛΕΝΗ – ΣΥΓΓΡΟΥ - ΦΙΞ

Είχε καρφώσει πεινασμένα το βλέμμα της στον χοντρό σβέρκο του νεαρού με τα μούσκουλα. Ευτυχώς φορούσε σκούρα γυαλιά ηλίου, νόμιζε ότι τα μάτια της θα φώναζαν αυτό που το κορμί επιθυμούσε. Ήταν ντυμένη σαν στέλεχος επιχειρήσεων, στενή φούστα μέχρι το γόνατο με μεγάλο άνοιγμα, γόβα ψηλοτάκουνη, άσπρο πουκάμισο, ξανθό καλοχτενισμένο μαλλί και μεγάλη τσάντα μαύρη στο χέρι. Εντυπωσιακή γυναίκα, σαφώς όμορφη, με καθαρό και περιποιημένο από χέρια επαγγελματία δέρμα στο πρόσωπο, το ντεκολτέ, τα χέρια. Θα νόμιζε κανείς ότι εργάζεται στις δημόσιες σχέσεις πολυεθνικής ή είναι κάποια επιτυχημένη επιχειρηματίας και θα έκανε λάθος. Είχε δεκαέξι χρόνια να δουλέψει, από τα εικοσιτέσσερα της.
Ήταν ευτυχής όταν πέρασε στη φιλοσοφική Αθηνών και εγκατέλειψε το χωριό της, στα βόρεια του Νομού Σερρών. Το αγροτικό εισόδημα της οικογένειας ήταν υπεραρκετό να της προσφέρει μια άνετη φοιτητική ζωή και η νεαρή όμορφη μακεδονίτισσα πέρασε δυο παραδεισένια πρώτα χρόνια στην Αθήνα των ονείρων της. Κάποιος τη γνώρισε μια βραδιά στα μπουζούκια και σύντομα ξεκίνησε μια επιτυχημένη καριέρα γλάστρας σε μπαρ και μπουζουκομάγαζα για να ακολουθήσουν επιδείξεις εσωρούχων και μαγιό σε κοσμικά στέκια της πρωτεύουσας. Μετά Μύκονος και Σαντορίνη, έπειτα τηλεόραση, γλάστρα σε πρωινάδικο.
Εκεί γνώρισε τον μετέπειτα σύζυγο και πατέρα του ενός και μοναδικού της παιδιού. Μεγαλογιατρός της αισθητικής ιατρικής, τηλεπερσόνα, δημοσιοσχεσίτης, την κρεμούσε περήφανα στο μπράτσο του, όπως κρατούσε στο χέρι τα κλειδιά της Porsche ή άνοιγε την καλύτερη σαμπάνια στο καλύτερο τραπέζι του καλύτερου μαγαζιού.
Κι όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα, μετά ήρθε η πλήξη. Κι όπως ακριβώς η Porsche περίμενε τον παρκαδόρο να την κάνει να μουγκρίσει, έτσι και η Μαρία-Ελένη.  Να, όπως ας πούμε σήμερα που μόλις εγκατέλειψε το κρεβάτι του νεαρού φοιτητή της Γυμναστικής Ακαδημίας. Ο σύζυγος έλειπε σε συνέδριο κάπου στον κόσμο, ο γιός ήταν στις πρώτες του διακοπές μόνος στο εξοχικό, στη Μύκονο κι εκείνη είχε ήδη κανονίσει πρωινό καφέ στο Κολωνάκι και μετά δολοφονία της πλήξης δια των αγορών σε μια διαρκή προσπάθεια να ξοδέψει όση ζωή της απόμεινε σε αντιστάθμισμα εκείνης που σπατάλησε λίγο πριν καταλήξει στα φάρμακα και στις υπηρεσίες των συναδέλφων του συζύγου της που θα προσπαθούν να ανορθώσουν το πρόσωπο και το σώμα αφού με την ψυχή κανείς από αυτούς και ποτέ δεν θα μπορέσει και δεν θα θελήσει να κάνει κάτι. Αναγκάστηκε να πάρει το μετρό γιατί έπεσε σε απεργία ταξι και αδυνατούσε να εξηγήσει που βρίσκεται ώστε να έρθουν να την παραλάβουν.
Δεν κατάλαβε καν πως ο συγχρωτισμός με τον πληθυσμό του μετρό της έφερε στο νου τα καπνοχώραφα στις Σέρρες, το πρωινό σπάσιμο των φύλλων, τα μαυρισμένα δάχτυλα, τη μάνα της που έχασε πέρυσι, τον πατέρα της που δεν είδε από την κηδεία κι έτσι, στη στιγμή αποφάσισε ότι πρέπει να πάει, οπωσδήποτε. Με το που θα γυρίσει ο Ορέστης από τη Μύκονο, θα φύγουν να δει τον παππού του.

ΓΙΟΥΛΗ – ΑΚΡΟΠΟΛΗ

Η μελανιά στο δεξί μάτι εξείχε κάτω από το μεγάλο μαύρο γυαλί περιγελώντας την ανεπιτυχή προσπάθεια απόκρυψής της κι οι εκδορές στον πήχη και τον καρπό, αυτές που οι ιατροδικαστές αποκαλούν «αμυντικές», ιστορούσαν σιωπηλά την περιπέτειά της παρά την προσπάθειά της να την κρύψει. Μερικοί άνθρωποι είναι αδύνατον να γίνουν αόρατοι ακόμα κι όταν το επιδιώκουν· έτσι τουλάχιστον νομίζουν.
Οι γάμπες της έδειχναν ότι πέρασε τα νιάτα της αθλούμενη, μάλλον ως δρομέας. Το δέρμα της, υγιές, σταρένιο. Τα χείλη της μια γραμμή και πουθενά ίχνος στολιδιού. Πουθενά. Ούτε κόσμημα στα χέρια ή στο λαιμό, ούτε βαφή στα νύχια ή στα χείλη, ούτε πούδρα ή μέικ απ στο πρόσωπο. Κρατούσε την τσάντα της σφιχτά στην αγκαλιά της με το δεξί της χέρι, εκείνο με τις εκδορές ενώ με το αριστερό προσπαθούσε να τις καλύψει.
Έμοιαζε και κινούνταν σαν κυνηγημένο ζώο. Κοιτούσε διαρκώς γύρω της και στεκόταν όσο κοντύτερα μπορούσε στην έξοδο ώστε να τρέξει γρήγορα, όταν (όχι αν) χρειαζόταν. Ανέπνεε κοντά λόγω του έντονου πόνου κάθε φορά που επιχειρούσε να ανασάνει βαθιά ή της ξέφευγε κάποιος κρυφός στεναγμός. Η κατάστασή της βέβαια είχε σαφώς βελτιωθεί σε σχέση με δέκα μέρες πριν, όταν δεν μπορούσε να αναπνεύσει χωρίς να ουρλιάξει από τον πόνο, καθώς κάποιο σπασμένο πλευρό καρφωνόταν στα σπλάχνα της. Είχε γρονθοκοπηθεί μέχρι να σωριαστεί στο πάτωμα κι έπειτα είχε κλωτσηθεί και ποδοπατηθεί βάναυσα από τον άνθρωπο που είχε ορκισθεί να είναι το άλλο της μισό· δεν ήταν η πρώτη φορά, ήταν όμως η χειρότερη.
Την είχε αφήσει αναίσθητη στο πάτωμα και είχε φύγει. Ευτυχώς δεν γύρισε σπίτι εκείνο το βράδυ. Το πρωί, μάζεψε τις δυνάμεις της και λίγα ρούχα σε ένα σακβουαγιάζ, πήρε όσα μετρητά βρήκε στο σπίτι, οδήγησε με δυσκολία ως τη Θήβα, άφησε το αυτοκίνητο εκεί και με το ΚΤΕΛ έφτασε στην Αθήνα. Έμεινε σε ένα σπίτι που βρήκε από το airbnb, βρήκε ιατρική βοήθεια σε κάποιο κέντρο κακοποιημένων γυναικών, αγόρασε με επαφές από το διαδίκτυο ένα μικρό περίστροφο και έψαχνε τρόπο να φύγει από τη χώρα, πρώτα για Βουλγαρία και από εκεί για Γερμανία ή Σουηδία.
Είχε ραντεβού – κλεισμένο ανώνυμα από το κέντρο προστασίας - στο Αλεξάνδρα για εξετάσεις στα νεφρά και στα γυναικολογικά της, γιατί μετά τον τελευταίο ξυλοδαρμό πονούσε πολύ. Είχε νύχτες να κοιμηθεί σωστά και μέρες να φάει σαν άνθρωπος αλλά δεν ένοιωθε ούτε κούραση ούτε πείνα. Ούτε φόβο πια. Μόνο ένα κενό που μεγάλωνε μέσα της και που γέμιζε σταλιά – σταλιά από ένα απόλυτα καθαρό, συμπυκνωμένο, βαρύ απόσταγμα μίσους. Τίποτε άλλο. Ούτε λύπη, ούτε αγάπη, ούτε συμπόνια, ούτε αγανάκτηση. Μόνο μίσος. Ένοπλο μίσος.

Ο ΥΦΑΝΤΗΣ

Πηγαινοερχόταν στο συρμό κινούμενος ανάμεσα στα βαγόνια και στους επιβάτες, σαν ζωντανή σαΐτα, υφαίνοντας το πλουμιστό της ζωής ρούχο πάνω στου χρόνου το στημόνι κι άλλοτε έμπλεκε τις ζωές των ανθρώπων κι άλλοτε τις χώριζε, άλλοτε τις άφηνε στην αδιαφορία και την πεζότητα της καθημερινότητας. Ρακένδυτος και κουρελής, σκυφτός, χαμηλοθώρης, κανείς μάλλον δεν είδε τα μάτια του μόνο τη φωνή του άκουγαν που έψελνε μονότονα ακατάληπτα πράγματα που άλλοτε και σε άλλους έμοιαζαν  λέξεις πεταμένες σαν χαλικάκια σε ήσυχο νερό που κάνουν θόρυβο χωρίς να ενοχλούν και χωρίς να έχουν καμιά φιλοδοξία να αρέσουν ή να διδάξουν ή να έχει νόημα η παράθεσή τους και άλλοτε σαν μαχαίρια κοφτερά ή σαν πύρινες σφαίρες που σκίζουν τον αέρα και πληγώνουν τα πάντα ένα γύρο, που τρομάζουν και απωθούν και τραυματίζουν βαθιά αφήνοντας σημάδια που κρατούν για ώρες ή μέρες ή χρόνια.
Κάνεις δεν είδε στην πραγματικότητα το πρόσωπό του αλλά όλοι είχαν κάτι να πουν γι αυτό, αν τους ρωτούσαν, παρομοιάζοντάς τον πότε σαν άγγελο από τον ουρανό, γαλήνιο, γλυκό, όμορφο, πότε σαν δαίμονα με μάτια κίτρινα, ερπετόμορφα και δόντια κοφτερά γεμάτα αίμα. Λένε άλλοι ότι δεν έχει πρόσωπο παρά μόνο αυτό που του δίνουν οι φόβοι ή οι επιθυμίες όσων τον συναντούν.
Αναμαλλιάρης και τρελός, πέρασε προσκυνώντας την ψηλή γυναίκα με τα χαρτιά από το συναξάρι στο χέρι, έσκυψε και ακούμπησε το μέτωπο στον ώμο του περίεργου με το καπέλο που μιλούσε μόνος, πέρασε ανάμεσα στον καλοντυμένο νεαρό και την λεπτή κοπελίτσα με τη λευκή παντελόνα, κοίταξε κατάματα τον φιλάσθενο μελαμψό άντρα που δεν κατάλαβε καν την παρουσία του, πέρασε το χέρι του μέσα από το σώμα του φουσκωτού με το ξυρισμένο κρανίο και τα μαύρα ρούχα, γέλασε χοροπηδώντας γύρω από την εντυπωσιακή κυρία και έγειρε το κεφάλι υποτακτικά δίπλα στο κορίτσι που ήθελε-να-είναι-ανώνυμο.
Έκανε έναν κύκλο δίπλα σε ένα νεαρό ζευγάρι, σαν να τους έδεσε με το αόρατο σκοινί του, σήκωσε τα χέρια προς τον ουρανό μπροστά σε μιαν γυναίκα έγκυο, έκλαψε δίπλα σε έναν νεαρό, χάιδεψε έναν παππού, μούγκρισε θυμωμένα μπροστά σε ένα σκυφτό και καταβεβλημένο εξηντάρη, χειροκρότησε στη θέα μιας αυθάδους παρουσίας, κι ύστερα βάδισε ξανά προς τα πίσω, και ξανά μπροστά, κεντώντας με το υφάδι του πολύχρωμα και πολύπλοκα σχέδια μέχρι που η φωνή ανήγγειλε την άφιξη στο σταθμό «Σύνταγμα» και ο συρμός γλίστρησε σιγά ώσπου σταμάτησε στην γεμάτη κόσμο αποβάθρα.

ΤΟ ΥΦΑΝΤΟ

Πριν ακόμα το μεγάφωνο ανακοινώσει την άφιξη του συρμού στο Σύνταγμα, ο Μπίλης πλησίασε αργά το σημείο όπου στεκόταν ο ράφτης από την Ινδία και στάθηκε κολλητά πίσω του, καλύπτοντας τον με το τεράστιο σώμα του. Όταν οι πόρτες άνοιξαν και ο κόσμος ξεχύθηκε από το συρμό, έμπηξε με όλη του τη δύναμη το γόνατό του στη μέση του ισχνού, φιλάσθενου και μικροκαμωμένου νεαρού άνδρα.
O Deepak ένοιωσε σαν να του καρφώνουν μαχαίρι στα νεφρά. Η ανάσα του κόπηκε και η κραυγή που ανέβηκε από το βάθος του είναι του δεν κατάφερε να βγει από το στόμα παρά μόνο σαν ένα πνιχτό βογγητό. Μόνο η παραμόρφωση στο πρόσωπό του, η γκριμάτσα του πόνου πρόδιδε την κατάστασή του αλλά κανείς δεν τον πρόσεξε, κανείς δεν έβλεπε τον αόρατο. Εκτός από την Μαρία-Ελένη.
-          Ένα γιατρό, τον σκότωσε τον άνθρωπο! φώναξε με όλη της τη δύναμη
 Ο Deepak είχε πέσει με το κεφάλι έξω από το συρμό και τα πόδια στο βαγόνι. Ο κόσμος αραίωνε γύρω του, άλλοι περνούσαν κυριολεκτικά από πάνω του για να προλάβουν να βρουν θέση στο βαγόνι, άλλοι πισωπατούσαν τρομαγμένοι φέρνοντας τα χέρια στο στόμα σε μια κίνηση αποτροπιασμού και απόγνωσης ενώ ελάχιστοι ενδιαφέρονταν να βοηθήσουν. Πρώτη, η ψηλή κυρία με το συναξάρι, η Μαρία, που με την πείρα ετών στο Νοσοκομείο τους παραμέρισε όλους, έσκυψε πάνω στον πεσμένο άντρα και φώναξε με αποφασιστικότητα:
-          Κάντε στην άκρη, αφήστε χώρο στον άνθρωπο, φέρτε νερό, ένας να καλέσει ένα ασθενοφόρο και την αστυνομία, μην τον μετακινείτε.
Ο Μπίλης κινήθηκε γοργά προς τις σκάλες για το κάτω επίπεδο και μακριά από το συμβάν, στην ίδια πορεία με τη Γιούλη που έσφιγγε δυνατά την τσάντα της στην αγκαλιά της. Λόγω της ώρας, ο κόσμος ήταν πολύς και λόγω του συμβάντος, οι φωνές επίσης. Η ένταση της στιγμής μαζί με τα γεγονότα των επιθέσεων σε χώρους μαζικών συναθροίσεων ανά την Ευρώπη, που έφταναν σε όλα τα σπίτια μέσω των τηλεοπτικών δεκτών, έτειναν να μετατρέψουν την αναταραχή σε πανικό. Ήταν δύσκολο να πας εκεί που ήθελες και μάλιστα γρήγορα, ήταν εύκολο να σε παρασύρει το πλήθος εκεί που ήθελε. Ο Μπίλης ζύγισε σε δευτερόλεπτα την κατάσταση και σχεδόν από ένστικτο, στράφηκε προς την έξοδο από τον σταθμό που ήταν πιο κοντά του.
Ο Παύλος, με το ένα μάτι στη φασαρία και τον κόσμο που ήταν μαζεμένος λίγα μέτρα μακριά του, έψαχνε το δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει χαμένος σαν κλασικός επαρχιώτης. Ξεχώρισε τον τεράστιο άντρα μέσα στο πλήθος και τον πλησίασε:
-          Πατριώτη, από πάνε για τον Άγιο Σάββα; είπε σταματώντας σχεδόν μπροστά του.
Ο Μπίλης είδε έναν τρελό με καπέλο και αχτένιστο μαλλί να σταματάει μπροστά του. Αριστερά του ήταν οι σκάλες που οδηγούσαν στην έξοδο, δεξιά ένα χαμηλό κάγκελο πάνω ακριβώς από τις κυλιόμενες που κατέβαιναν προς το κάτω επίπεδο. Έκανε μια με το χέρι να σπρώξει τον άντρα μακριά του αλλά στη βιασύνη του, δεν κατάλαβε πόση δύναμη έβαλε στη χειρονομία του. Ο Παύλος ταξίδεψε πάνω από τα κάγκελα και έπεφτε προς τις κυλιόμενες, λίγα μέτρα πιο κάτω..
«Σκατά, γαμώ την τρέλα μου, σκατά» σκέφτηκε πανικόβλητος πλέον ο Μπίλης, κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση σπρώχνοντάς με το τεράστιο σώμα και τα χέρια του την γυναίκα που έσφιγγε την τσάντα στην αγκαλιά της, τρέχοντας προς τις σκάλες ενώ οι φωνές «πιάστε τον, πιάστε τον, τον σκότωσε τον άνθρωπο» τον ακολουθούσαν.
Η δύναμη του σπρωξίματος, σώριασε τη Γιούλη στο δάπεδο, η τσάντα της πετάχτηκε από τα χέρια και από όλο της το περιεχόμενο, αυτό που κύλησε πιο μακριά ήταν το περίστροφο που έφυγε από το λευκό βαμβακερό ύφασμα μέσα στο οποίο ήταν τυλιγμένο, καθαρό, γυαλιστερό, θανατηφόρο.
-          Όπλο, υπάρχει όπλο, κρατάει όπλο!
Ο Κωνσταντίνος ήταν στις κυλιόμενες προς το κάτω επίπεδο και δυο σκαλιά πίσω του στεκόταν η Άνα-με-το-ένα-νι. Προσπαθούσε να κοιτάξει προς τα πάνω να καταλάβει τι ακριβώς γινόταν και γιατί όλη αυτή η φασαρία, γιατί όλες οι φωνές. Κάτι άκουσε για γιατρό αλλά δεν ήταν ποτέ της προσφοράς, από χαρακτήρα και από άποψη. Ήταν κατά βάση δειλός, φοβόταν τις φασαρίες, τις συγκρούσεις, απέφευγε να «φυτρώσει εκεί που δεν τον σπέρνουν». Ήταν ακριβώς η στιγμή που είδε έναν άνθρωπο να πετάει πάνω από το κάγκελο κι ένα καπέλο να τον ακολουθεί σε αργή κίνηση. Ήταν προφανές ότι αν έμενε ακίνητος, το σημείο συνάντησης του ανθρώπου που έπεφτε και της σκάλας που κατέβαινε αργά, θα ήταν το κεφάλι του. Έκανε γρήγορα στροφή και ανέβηκε δυό σκαλιά προς τα πίσω για να βρεθεί χωρίς να το καταλάβει στην αγκαλιά της Άνας και δευτερόλεπτα μετά, έστεκαν έτσι, αγκαλιασμένοι, να κοιτοπύν με περιέργεια την παράξενη γωνιά του σώματος του Παύλου σε σχέση με το κεφάλι του, τα λεπτά πόδια να εξέχουν από το παντελόνι και το ένα να στέκει  όρθιο, πάνω από το παραπέτο της σκάλας. Το καπέλο, περιγελώντας την τραγικότητα της σκηνής, ήρθε και στάθηκε σε αυτό ακριβώς το πόδι, σαν να έδειχνε ότι κυριολεκτικά, ήρθαν τα πάνω-κάτω.
Χρειάστηκαν τρεις σεκιουριτάδες και οι δυο αστυνομικοί που βρίσκονται σχεδόν μόνιμα εκεί, για να ακινητοποιήσουν τον Μπίλη στο πλατύσκαλο δίπλα στο συαθμαρχείο, στη μεγάλη αίθουσα με το ρολόι στο σταθμό του Συντάγματος. Κάποιος πολίτης τους έφερε το όπλο, τυλιγμένο στο ύφασμα, «αυτό είναι δικό του» είπε. Η κυκλοφορία είχε διακοπεί ενώ τραυματιοφορείς και γιατροί κατέβαιναν τις σκάλες με δυο φορεία, ένα για να κουβαλήσει το πτώμα του άτυχου Παύλου που έσπασε το σβέρκο πέφτοντας κι ένα για τον Deepak που είχε ήδη λερώσει με αίμα το παντελόνι του από το διαλυμένο του νεφρό.
Η Μαρία, περίμενε όρθια σε μιαν άκρη τη σειρά της να δώσει κατάθεση ενώ από καιρό σε καιρό, σήκωνε το αριστερό της χέρι και διάβαζε μια σειρά από τα συναξαρόφυλλα με τις κυματιστές περισπωμένες και τις παιχνιδιάρικες υπογεγραμμένες.
Ο Κωνσταντίνος, που ανέλυε την δείλια του στον εαυτό του και αναζητούσε δικαιολογίες γιατί δεν απάντησε στις εκκλήσεις για βοήθεια, καθόταν στις μεταλλικές καρέκλες ένα επίπεδο πιο κάτω και προσπαθούσε να ηρεμήσει την Άνα-με-το-ένα-νι που έκλαιγε ευτυχισμένη – μόνο αυτή το ήξερε - στην αγκαλιά του.
Η Μαρία-Ελένη εξιστορούσε λεπτομερώς τα συμβάντα στον νεαρό υπαστυνόμο με το καστανό μαλλί, τα πράσινα μάτια και το καλογυμνασμένο σώμα και τον διαβεβαίωνε πως «ήταν στη διάθεσή του για οποιαδήποτε λεπτομέρεια ή βοήθεια ή ότι χρειαστεί».
Η Γιούλη μάζεψε την τσάντα της, έριξε κι άλλο μίσος στο τεράστιο κενό μέσα της, γλίστρησε στο πλήθος, έγινε ένα με αυτό και βγήκε μετά από λίγη ώρα, αόρατη, από τον σταθμό.  

Ο Υφαντής, άγγελος και δαίμονας μαζί, αυτός που δίνει μορφή σε φόβους κι επιθυμίες, αυτός που υφαίνει τη ζωή στο στημόνι του χρόνου, που δένει και λύνει τις τύχες των ανθρώπων, ρακένδυτος και κουρελής, σκυφτός, χαμηλοθώρης, περίμενε να ξεκινήσουν οι συρμοί το ασταμάτητο πήγαινε - έλα τους κι αυτός το μοιραίο του ταξίδι.