Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

Η φιλευσπλαχνία των θεών


- Δεν θα ‘πρεπε να είναι λευκό. Το λευκό υποτίθεται ότι είναι καλό, ψιθύρισε ο Luca καθώς άφηνε τα μάτια του να κλείσουν, παρ’ όλο που κάποιος του έλεγε δυνατά - η Line; - «μείνε μαζί μου»
….
Τέσσερα χρόνια παντρεμένοι, εφτά συνολικά μαζί, είχαν γνωριστεί στο Waxies, το φημισμένο Ιρλανδέζικο bar Αυτός γιόρταζε την αποφοίτησή του από την σχολή Μηχανικών Ηλεκτροπαραγωγής του Πανεπιστημίου του Aarhus, εκείνη συνόδευε μια φίλη. Εκείνη κατάξανθη, αδύνατη, χλωμή, όχι ιδιαίτερα ψηλή, φοιτήτρια δημοσιογραφίας ακόμη, εκείνος μελαχρινός, ψηλός, μυώδης. Εκείνη έδειχνε εύθραυστη, εκείνος απέπνεε βεβαιότητα και έμοιαζε φυσικό κι επόμενο να σμίξουν για να αποδειχτεί στην πορεία ότι τα πράγματα ήταν ακριβώς αντίστροφα.
Οι γονείς του είχαν φτάσει στη Δανία μέσω Αυστρίας και Γερμανίας, το 1990, όταν ο Λούκα ήταν τριών χρονών. Η μάνα του Σέρβα από το Mostar, ο πατέρας του Βόσνιος από το Cazin, είχαν αποφασίσει έγκαιρα να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους λίγο πριν αυτή παρασυρθεί στη δίνη του πρώτου ευρωπαϊκού πολέμου μετά τον δεύτερο παγκόσμιο, για να διαλυθεί και να πολυδιασπαστεί λίγα χρόνια αργότερα. Η Γιουγκοσλαβία του 1990 δεν ήταν το καλύτερο μέρος για ένα μεικτό εθνικά και θρησκευτικά ζευγάρι και μάλιστα με μικρό παιδί.
Ο Luca Adilovic μεγάλωσε καλά και μεγάλωσε γρήγορα· τον βοήθησε το ταλέντο του στην μπάλα που στάθηκε το διαπιστευτήριό του στη γειτονιά, στο σχολείο, στη μικρή πόλη. Η σχετική οικονομική άνεση, αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς των γονιών του, του επέτρεψε να ζει κοσμοπολίτικα. Ελάχιστες φορές η καταγωγή του έγινε θέμα συζήτησης στις παρέες του, σχεδόν ποτέ αρνητικά. Τη μια φορά που αυτό συνέβη, η σωματική του δύναμη ήταν ένα ακαταμάχητο επιχείρημα. Παρά το γεγονός ότι και οι δύο γονείς του ήταν θρησκευόμενοι, ο ίδιος κράτησε αποστάσεις και από τους δυο θεούς που κυκλοφορούσαν στο σπίτι.
Το 2011 μετακόμισαν στο Viborg  όπου ο Luca έπιασε δουλειά στο εργοστάσιο ηλεκτροπαραγωγής  Την επόμενη χρονιά παντρεύτηκαν, η Line απέκτησε εκπομπή στο ραδιόφωνο και στήλη στην τοπική εφημερίδα και την μεθεπόμενη ήρθε στον κόσμο κι η κόρη τους η Christina.
- Η Κοπεγχάγη είναι ένα δράμα με όλους αυτούς τους σκουρόχρωμους γύρω σου που φωνάζουν συνεχώς σε ακατάληπτες γλώσσες, είπε μια φορά, επιστρέφοντας από ένα ταξίδι  του στην πρωτεύουσα. Η Line γύρισε και τον κοίταξε έκπληκτη. Είχε δώσει μάχη στην οικογένεια να επιβάλει την απόφασή της να παντρευτεί με «έναν ξένο» κι είχε δώσει μάχες για να αντικρούσει τη ρητορική του μίσους που καλλιεργούσε το Κόμμα του Λαού και που απλωνόταν γρήγορα και διάβρωνε την κοινωνία και το έκανε για να προστατεύσει τον Luca, την Christina, την οικογένειά της.
Ο Luca δεν ένοιωθε απειλούμενος από την ξενοφοβική ρητορική γιατί δεν τον αφορούσε. Τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Ως την στιγμή που το μίσος έβαλε στο σημάδι τον πατέρα του και το θρήσκευμά του. Ένας καλοπληρωμένος ξένος και μάλιστα μουσουλμάνος εύκολα γίνεται στόχος σε εργατικές συνοικίες.
Η Line χρειάστηκε να δώσει δεύτερη μάχη κόντρα στον φανατισμό που έτεινε να κυριεύσει τον Luca από τη στιγμή που είδε τον πατέρα του χτυπημένο στο Νοσοκομείο. Κατέθεσε όση επιμονή κι υπομονή χρειάστηκε, έδειξε απίστευτη δύναμη αλλά κατάφερε να κρατήσει ζωντανό τον Luca που γνώρισε και αγάπησε και που έδειχνε να μην βρίσκει επιχειρήματα να αντιτάξει στο θυμικό του, τώρα που η σωματική του δύναμη δεν του προσέφερε καμιά βοήθεια.
Φέτος, όλα άλλαξαν. Εξέφρασαν ανοιχτά την υποστήριξή κι έδειξαν ενεργά την αλληλεγγύη τους στους πρόσφυγες και μετανάστες που έφταναν στη χώρα τους, υποστήριξαν δημόσια και ιδιωτικά τις απόψεις, τις επιλογές, τη ζωή τους, ισορρόπησαν.

...

- Πάμε Μεσόγειο;
Εκείνη του το πρότεινε το ταξίδι, εκείνη το σχεδίασε, το οργάνωσε. Εκείνος μόνο την άδειά του κανόνισε.
Ήταν ένας υπέροχος μήνας. Ξεκίνησαν από Ρώμη, Φλωρεντία, Πίζα, Cinque Terre , Rapallo, Siestri  Levante,  Portofino, Γενοβα, San Remo, Monaco, Νίκαια.
Το πρωί έκαναν μπάνιο στην Paloma Beach, στο Saint-Jean-Cap-Ferrat. Έπαιξαν με την άμμο, γέλασαν, αναπόλησαν τον υπέροχο μήνα που έφτανε στο τέλος του, κολύμπησαν, έπαιξαν ξανά. Αργά το μεσημέρι, πήγαν για φαγητό στο Chez Palmyre, έπειτα στο ξενοδοχείο να πακετάρουν τα πράγματά τους. Πετούσαν νωρίς το πρωί της επομένης.  Κατά τις εννιά το βράδυ, βγήκαν για πρόχειρο φαγητό, παγωτό και μια τελευταία βόλτα. Τους έκανε εντύπωση το πλήθος που ήταν συγκεντρωμένο. Κάπου άκουσαν ότι γιορτάζεται κάποια εθνική γιορτή. Καθώς περπατούσαν ανάμεσα στο πλήθος, κάπου στο βάθος είδαν πυροτεχνήματα.  Ο Luca σήκωσε τη μικρή Christina στους ώμους του. Ήταν τόσο χαρούμενη.
Λίγη ώρα μετά, ένοιωσε κάποια αναστάτωση στο πλήθος, στην αντίθετη πλευρά από εκεί που κοιτούσαν αλλά δεν έδωσε αμέσως σημασία.  Νόμισε ότι άκουσε φωνές αλλά ο θόρυβος του πλήθους, οι μουσικές, τα πυροτεχνήματα δεν τον άφηναν να ξεχωρίσει. Γύρισε προς το μέρος της αναστάτωσης, σηκώθηκε στις μύτες έτσι ψηλός που ήταν να δει.
Τι ήθελε αυτό το φορτηγό μέσα στον κόσμο; Γιατί κινούνταν έτσι, με διαρκείς στροφές δεξιά – αριστερά; Πριν καν προλάβει να απαντήσει στις σκέψεις του ο κόσμος μπροστά του άνοιξε και είδε ανθρώπους να παρασύρονται και να πετάγονται δεξιά και αριστερά χτυπημένοι από το θηριώδες όχημα. Είδε την καμπίνα να έρχεται καταπάνω τους, κατέβασε την Christina με μια κίνηση στην αγκαλιά του, έσπρωξε τη Line με το αριστερό μακριά κι ο ίδιος γύρισε την πλάτη και κινήθηκε προς κάποια κατεύθυνση, βάζοντας το κορμί του μεταξύ του φορτηγού και της μικρής του κορούλας.
Ένοιωσε το χτύπημα στην πλάτη και νόμισε ότι πέταξε στον αέρα για αρκετά μέτρα. Έκρυψε στην αγκαλιά του την Christina πριν σωριαστεί με την πλάτη στην άσφαλτο.
Του έκανε εντύπωση το λευκό χρώμα. Το έβλεπε συνέχεια σαν να είχε αποτυπωθεί μόνιμα στα μάτια και στο μυαλό του. Κάποιος είχε πάρει την κόρη του από την αγκαλιά του. «Θεέ μου, όπως κι αν σε λένε, ας είναι ζωντανή» σκέφτηκε. Δεν μπορούσε να δει, δεν μπορούσε να κινηθεί, δεν ήξερε αν ήταν ζωντανός.
- Δεν θα ‘πρεπε να είναι λευκό. Το λευκό υποτίθεται ότι είναι καλό, ψιθύρισε ο Luca καθώς άφηνε τα μάτια του να κλείσουν, παρ’ όλο που κάποια περαστική του φώναζε «μείνε μαζί μου».

Όταν έφτασε το ασθενοφόρο ο Luca ήταν ήδη νεκρός. Το ίδιο και η μικρή Christina που κείτονταν λίγα εκατοστά μακριά του, σκεπασμένη με εκείνες τις ψυχρές κουβέρτες αλουμινίου.  Η Line ξεψύχησε λίγες ώρες αργότερα. Ίσως οι θεοί της οικογένειάς της στάθηκαν ιδιαίτερα φιλεύσπλαχνοι στην περίπτωσή της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου