Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

Summertime Blues



Τέντωσε το κορμί βάζοντας κόντρα με τα πόδια, έβαλε το χέρι στο στενό τζιν, έβγαλε ένα χοντρό μάτσο πενηντόευρα, ξεχώρισε ένα και το έδωσε με τα δυο δάχτυλα – τον δείκτη και τον μέσο – στο σερβιτόρο.
- Κράτα αυτό Νικολάκη, και αν υπάρξει υπόλοιπο, για σένα για μένα, δεν θα χαθούμε. Ο,τι ζητήσουν τα παιδιά, ναι; Ό,τι θέλουν.
- Εντάξει κύριε Μιχάλη, είπε ο σερβιτόρος.
Παρά την ώρα, κόντευε οχτώ και η μέρα απέσυρε σταδιακά το φως της, δεν έβγαλε ούτε στιγμή τα μαύρα γυαλιά. Φορούσε ένα μπλε λουλουδάτο πουκάμισο, έντονα ξεβαμμένο – σχεδόν λευκό – τζιν και καφέ δερμάτινα παπούτσια με λευκή σόλα. Στην αριστερή τσέπη φούσκωνε το μάτσο τα πενηνταρικα και, καθώς σηκωνόταν, στο πίσω μέρος της ζώνης, κάτω από το πουκάμισο, ξεχώρισε η λαβή του όπλου του.

Ο ένας νεαρός, Ρώσος, ήταν όμορφος με σχεδόν κοριτσίστικα χαρακτηριστικά: Καστανόξανθο μαλλί, σταρένιο δέρμα, σλάβικη μύτη και χαρακτηριστικά σαρκώδη χείλη. Καλοντυμένος, αεράτος, σίγουρος. Ο άλλος έμοιαζε να προέρχεται από τις νότιες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες γύρω από την Κασπία. Γεωργιανός μάλλον, μελαχρινός με μικρό μέτωπο, κοντοκουρεμένος, σκουρόχρωμος με μικρά μάτια και ελαφρά γαμψή μύτη, καταφανώς με χειρότερο γούστο, φτωχοντυμένος και κακοντυμένος, λιπόσαρκος και μυώδης.
….
Ο Νίκος με τη Φανή σηκώθηκαν από το τραπέζι κατά τη μια μετά τα μεσάνυχτα. Εκείνη δούλευε από το πρωί ως τις 2, γραμματέας σε έναν δερματολόγο, εκείνος από το μεσημέρι ως σχεδόν στις 11, σερβιτόρος σε ψητοπωλείο. Μια στις τόσες, έβγαιναν για ένα ποτό. Σήμερα ήταν αυτή η μια. Διέσχισαν τον σχεδόν άδειο δρόμο κι έκαναν σλάλομ ανάμεσα στα τραπεζοκαθίσματα ενός μπαρ με δυνατή μουσική που είχε καταλάβει ετσιθελικά το πεζοδρόμιο.
….
Ο Μίσα έπινε το τελευταίο ιρλανδέζικο ουίσκι της ημέρας. Σκέτο. Χωρίς πάγο. Ο έλληνας – καινούργιος συνεργάτης του - είχε παραγγείλει πρώτος βότκα, νομίζοντας ότι έτσι θα του έκανε καλή εντύπωση και την έπινε με το ζόρι. Προφανώς, δεν του άρεσε. Ο Μίσα μισούσε τη βότκα γιατί του θύμιζε καταστάσεις από την παιδική του ηλικία που ήθελε να ξεχάσει. Δεν τον χώνευε τον Έλληνα. Γλοιώδης, βρώμικος, άξεστος δεν είχε καταφέρει να προωθήσει το εμπόρευμα στην καινούργια περιοχή, πράγμα που θα δυσαρεστούσε τα αφεντικά του κι αυτό, ως προοπτική, έκανε την αδρεναλίνη του να ανεβαίνει.
Είδε τον Νικολάκη τον σερβιτόρο από το φαγάδικο να περνά με την χοντρούλα σύντροφό του σχεδόν δίπλα του, είπε να του χαμογελάσει, εκείνος δεν τον πρόσεξε αλλά ο Μίσα τον άκουσε καθαρά:
-… ναι ρε, ο Πέτρος έφερε τον γκόμενο από τη Ρωσία κι ο πατέρας του πλήρωνε τα γαμησιάτικα με περηφάνεια …
Για δευτερόλεπτα, κι ενώ συνειδητοποιούσε τα όσα άκουσε, ένοιωθε την οργή να γίνεται κύμα τεράστιο και να τον καταπίνει. Τα μάτια του είχαν γίνει κατακόκκινα κάτω από τα μαύρα γυαλιά. Σχεδόν άκουγε τα μικρά αιμοφόρα αγγεία του να σπάνε. Ήπιε το ουίσκι με μια γουλιά, χτύπησε ασυναίσθητα το ποτήρι στον πάγκο, είπε στα Ρώσικα στον Έλληνα, που τον κοιτούσε αποσβολωμένος, να πληρώσει, χάιδεψε το πιστόλι με το χέρι κι ακολούθησε στο σκοτεινό δρομάκι το ζευγάρι.
Η Φανή άκουσε τον κρότο σχεδόν στο αυτί της, γύρισε να δει ακριβώς τη στιγμή που ένοιωθε τον Νίκο να σωριάζεται δίπλα της. Δεν είδε παρά μια φιγούρα να την προσπερνά χωρίς να βιάζεται.
- Νίκο; είπε πριν σκύψει πάνω του και δει το αίμα να απλώνεται γύρω από το κεφάλι του.
Κάποιοι στη γειτονιά θα θυμούνται για καιρό το σπαραχτικό ουρλιαχτό.
….
Ο Πιότρ βγήκε από το ογκώδες ακριβό γερμανικό τζιπ πρώτος. Το πρόσωπό του έλαμπε, ήταν ευτυχισμένος. Κάτι είπε στον Έντβαρντ την ώρα που άπλωνε στην πίσω θέση να πάρει την τσάντα και να την περάσει στον ώμο του. Του φάνηκε ότι πρώτα είδε τον αγαπημένο του να πέφτει, μετά είδε την μικρή λάμψη και μετά άκουσε τον ξερό κρότο του πιστολιού. Ακολούθησαν άλλοι τέσσερεις. Χωρίς λόγο αν σκεφτεί κανείς ότι ο νεαρός ήταν νεκρός ήδη από την πρώτη σφαίρα.
Έστεκε με το στόμα ανοιχτό, άφωνος και παγωμένος καθώς κοιτούσε τον πατέρα του με τα κόκκινα μάτια σχεδόν τρία μέτρα μακριά του, σαν διάβολος, σαν η προσωποποίηση του κακού, σαν άγγελος θανάτου.
Για μια στιγμή πίστευε ότι η επόμενη σφαίρα θα έβρισκε τον ίδιο στο κεφάλι. Για μια στιγμή, παρακαλούσε μέσα του να συμβεί αυτό. Έπειτα έμεινε να παρακολουθεί τον πατέρα του να χάνεται στις σκιές την ώρα που άκουγε παντζούρια και παράθυρα να κλείνουν παρά το γεγονός ότι ήταν Ιούλιος με καύσωνα. Κανείς δεν ήθελε μπλεξίματα με τους πλούσιους Ρώσους που ένας-θεός-ξέρει-πως-έκαναν-τα-λεφτά.
Κάπου μακριά, ακουγόταν σειρήνες περιπολικών. Κάπου κοντύτερα, μια κουρτίνα που τραβιόταν πίσω από σφαλιχτά παράθυρα κι ένας κομπρέσορας ερκοντίσιον που σταματούσε για να μην ταράξει τον σιωπηλό θρήνο. Το δέντρο πάνω από το τζιπ είχε σταματήσει τα φύλλα του, η νύχτα άπλωνε μια ζέστη σαν ζελέ που ακινητοποιούσε τα πάντα.
Ο Πιότρ στάθηκε για λίγο σαν ρούχο σε κρεμάστρα. Χωρίς δάκρυα, χωρίς ψυχή, χωρίς αγάπη, άδειος. Ύστερα ξάπλωσε στην άσφαλτο, αγκάλιασε το άψυχο κορμί του φίλου του κι έκλεισε τα μάτια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου