Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

Οι Ζωές της Κατίνας

Αλιευμένη στο διαδίκτυο  http://jenniferphotographyclass.blogspot.gr/
1.

- Έλα κορίτσι μου, έλα αγάπη μου να φάμε το πρωινό κι ύστερα έχω κανονίσει κομμωτήριο, ναι;

Η Κατίνα οπλισμένη με υπομονή και με βλέμμα γεμάτο στοργή, προσπαθούσε να επαναφέρει στο σήμερα, στο τώρα, στο εδώ την ηλικιωμένη γυναίκα απέναντί της που έδειχνε να αιωρείται ανάμεσα στο πουθενά και στο τίποτα, με τα μάτια καρφωμένα στο κενό, όπως συχνά συνέβαινε τελευταία.

Το μεγάλο δυτικό μπαλκόνι ήταν σκεπασμένο με ένα λουλουδάτο τεντόπανο και περιμετρικά στα κάγκελα υπήρχαν μεγάλες γλάστρες με λογής φυτά, τοποθετημένες με τάξη και σχέδιο στη σειρά. Έβλεπες φίκους, γιασεμιά, νυχτολούλουδα και γεράνια, λαντάνες, κατιφέδες, ορτανσίες και αναρριχώμενες τριανταφυλλιές και πιπεριές και βασιλικούς και ρόζμαρι ως και λεμονίτσες που το χειμώνα τις τραβούσε στο απάγκιο και τις σκέπαζε με διάφανο πλαστικό. Ο πράσινος, λουλουδιασμένος αυτός φράχτης, κρατούσε μακριά τα αδιάκριτα βλέμματα και το θόρυβο της πόλης, πέντε ορόφους πιο κάτω, ενώ ταυτόχρονα έκανε την παραμονή στο χώρο ευχάριστη.

Στο στρογγυλό μεταλλικό τραπέζι, πάνω στο λευκό τραπεζομάντηλο, ένας δίσκος με δυο κούπες τσάι, μερικές φρυγανιές σικάλεως χωρίς ζάχαρη, το δοχείο με τη μαργαρίνη κι εκείνο με το μέλι, ένα μεγάλο μπουκάλι με δροσερό νερό και δυο ποτήρια. Η Δέσποινα, ντυμένη στο λευκό βαμβακερό νυχτικό με τα φαρδιά μανίκια ως τον αγκώνα κι ένα πλεχτό κρεμ σάλι στους ώμους για την πρωινή δροσιά. Το καλοκαίρι ήταν παρόν και φλογερό αλλά σε αυτές τις ηλικίες, είχε κλείσει τα ογδόντα οκτώ στις 19 Μαρτίου και το είχανε γιορτάσει με προφιτερόλ από το Σεράνο, το σώμα κρυώνει μόνιμα.

- Μπράβο ομορφιά μου, να σου βάλω και λίγο νεράκι δροσερό; Είπε η Κατίνα καθώς η Δέσποινα έκοψε μια μπουκιά από τη φρυγανιά με τη μαργαρίνη και το μέλι.

Έγειρε πίσω στην καρέκλα. Προς στιγμήν και φευγαλέα, φάνηκε κούραση και απελπισία και παραίτηση στον τρόπο που άφησε το σώμα της να χαλαρώσει και τα μάτια της να περιπλανηθούν στο χώρο. Τον Οκτώβριο κλείνουν δεκαοχτώ χρόνια από τότε που για πρώτη φορά πέρασε την πόρτα της παλιάς πολυκατοικίας στη Μιχαλακοπούλου και ανέβηκε στον πέμπτο όροφο. Μερικούς μήνες πριν, τον Μάιο του 1998, είχε θάψει τον αδερφό της έπειτα από μια διετή μάχη με τον καρκίνο που την κατέβαλε σωματικά και οικονομικά και την άλλαξε αμετάκλητα, όπως τότε νόμιζε, εσφαλμένα όπως αποδείχτηκε.

2.

Εκείνη ήταν δεκαεφτά κι εκείνος εικοσιπέντε όταν έχασαν την μάνα τους κι έμειναν χωρίς στήριγμα και χωρίς κοντινό συγγενή στο χωριό. Ο πατέρας τους, ελάχιστα τον θυμόταν, είχε σκοτωθεί νωρίτερα, στον εμφύλιο. Η ζωή ήταν δύσκολη στα ορεινά φτωχοχώρια της Πελοποννήσου, ένας μακρινός θείος, ξάδερφος της μάνας τους, δικηγόρος στην Καλαμάτα, βοήθησε να προσλάβουν τον Γιώργη στην Τράπεζα Πίστεως, κλητήρα. Πούλησαν την ελάχιστη περιουσία τους και μετακόμισαν στην Αθήνα, στην Κυψέλη, σε ένα δυαράκι επί της οδού Ιωάννου Δροσοπούλου. Ο Γιώργης κοιμόταν στην κρεβατοκάμαρα κι η Κατίνα στο ντιβανομπάουλο, στο χωλ.

Η Κατίνα παντρεύτηκε στα δεκαεννέα έναν γείτονα, σαραντάρη, υπάλληλο στο Υπουργείο Συντονισμού, που πέθανε έξι χρόνια μετά από εγκεφαλικό. Παιδιά δεν κάνανε, ευτυχώς. Της έμεινε η σύνταξη χηρείας για να πορεύεται και γύρισε στον αδερφό της.

Ο Γιώργης, μαλθακός, άσπρος, πλαδαρός, χωρίς νεύρο, χωρίς προσωπικότητα, μισάνθρωπος, μονόχνοτος, γυναίκα δε σταύρωσε ποτέ. Προσπάθειες διαφόρων να του προξενέψουν στην αρχή κορίτσια, αργότερα ζωντοχήρες ή χήρες, έπεσαν στο κενό. Συχνά, τα βράδια χάνονταν, συχνά επίσης γύριζε χτυπημένος αλλά η Κατίνα δε ρωτούσε ούτε γιατί ούτε πως ούτε που ούτε ποιος, μόνο του ΄λεγε «να προσέχεις Γιώργη μου, να προσέχεις, άλλον δεν έχω και τι θα γίνω αν πάθεις κάτι;».

Κάποια στιγμή θέλησε ο θεός να μπορέσουν να αγοράσουν και το δυαράκι που μέχρι τότε νοίκιαζαν κι έτσι κύλησαν τα χρόνια, με την Κατίνα να κυβερνά καλά το σπίτι και να υπηρετεί άξια τον αδερφό της. Η Κατίνα το ταμείο, τη δική της σύνταξη και όσα της έφερνε ο Γιώργης, η Κατίνα τις δόσεις, τη συντήρηση, τις επισκευές, τον εξοπλισμό, τα ψώνια, το φαγητό, το πλύσιμο, το μαγείρεμα, η Κατίνα τη φροντίδα του Γιώργη μετά από εκείνες τις εξόδους που κανείς δεν μιλούσε γι’ αυτές (να προσέχεις Γιώργη μου, άλλον δεν έχω). Γκρίνια ή λόγος κακός δεν βγήκε ποτέ από το στόμα της. Θα νόμιζε κανείς ότι γεννήθηκε να υπηρετεί, να υπακούει, να υπομένει. Βόλτα και διασκέδαση δεν ήξερε τι είναι, μόνο ως τα μαγαζιά πήγαινε και στην εκκλησία την Κυριακή, μια στο τόσο για περπάτημα στο Πεδίο του Άρεως. Κάποτε, Κυριακή ήταν, άνοιξη, πήγε για καφέ στη Φωκίωνος Νέγρη όταν την πήρε ο Γιώργης σε μια από τις αποτυχημένες προσπάθειες διάφορων προξενητάδων να του γνωρίσουν γυναίκα.

Ο καρκίνος επισκέφθηκε το Γιώργη τρία χρόνια μετά τη σύνταξη σαν φυσική κατάληξη σε μια μακροχρόνια διαδικασία εγκατάλειψης και σήψης. Επί δυο χρόνια η Κατίνα ξενυχτούσε, ξεσκάτιζε, γιατροκομούσε, σκέπαζε, έτριβε, υπέμενε, υπηρετούσε, καθάριζε πληγές κι έβλεπε τον αδερφό της να λειώνει, να σβήνει, να τον καταπίνει ο πόνος και η αρρώστια τόσο ώστε να παρακαλάει στο τέλος το θεό να τον λυπηθεί – να τους λυπηθεί – και να τον πάρει κοντά του. Δυο χρόνια ξόδευε το κομπόδεμα που είχε φτιάξει στους καλύτερους γιατρούς με την ελπίδα ότι κάτι θα γίνει. Δυο χρόνια κοιμόταν με το ένα μάτι ανοιχτό, πότε στο σπίτι, πότε στο ένα νοσοκομείο, πότε στο άλλο, έτοιμη να αποκριθεί σε κάθε βογκητό, σε κάθε παρακάλι, σε κάθε απαίτηση και προσβολή και ύβρη. Οι άνθρωποι, κι οι πιο καλοί, μπορούν να χάσουν τον εαυτό τους στο μεγάλο πόνο.

Και τι θα έκανε αν πέθαινε ο αδερφός της; Τι θα έκανε όταν πέθαινε; Ποια ήταν η ζωή της; Ποιος θα τη φρόντιζε αν αρρώσταινε; Η Κατίνα είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί τη θέση της από τις ημέρες της νοσηλείας στον Άγιο Σάββα. Ήταν πενήντα επτά, ήταν γερή και όρθια σαν κυπαρίσσι αλλά ήταν γερασμένη. Ποτέ δεν υπήρξε νέα, πάντα γερασμένη ήταν. Μαθημένη να ζει μέσα από τις ζωές των άλλων, μαθημένη να υπηρετεί, ένοιωθε τη ζωή της να γκρεμίζεται και κάθε προοπτική να σβήνει από μπρος της.

Στους διαδρόμους του νοσοκομείου γνωρίστηκε με την Έφη, που είχε τη μάνα της σε διπλανό θάλαμο, εβδομήντα χρονών. Εκεί, στις μεταμεσονύχτιες εξομολογήσεις, αποδέχτηκε την πρόταση να αναλάβει να προσέχει την κυρία Δέσποινα, αν όλα πήγαιναν καλά. Στην αρχή, θα πήγαινε δυο φορές την εβδομάδα να της καθαρίζει, να βλέπει τις ανάγκες, να μαγειρεύει ένα πιάτο φαΐ, τα βασικά δηλαδή.

Ο Γιώργης πέθανε, τον έκλαψε ως όφειλε και τον έθαψε και τον πένθησε επί πεντάμηνο. Τα πράγματα πήγαν καλά για την κυρία Δέσποινα και ύστερα από τις απαραίτητες συνεννοήσεις. στις 17 Οκτωβρίου του 1998, ημέρα Σάββατο, στις 9 το πρωί ακριβώς, η Κατίνα περνούσε την πόρτα της παλιάς πολυκατοικίας επί της οδού Μιχαλακοπούλου, κοντά στο Νοσοκομείο Αλεξάνδρα, κι έπαιρνε το παλιό ασανσέρ με τη φασαριόζικη συρταρωτή πόρτα για τον πέμπτο όροφο, στο ρετιρέ.

3.

Τα δυο πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα. Η Δέσποινα, χήρα καθηγητού της ιατρικής, αποσύρθηκε από την ενεργό δράση - είχε ιδρύσει και διηύθυνε επί σχεδόν σαράντα έτη ένα από τα μεγαλύτερα πρακτορεία ταξιδιών - προς χάριν της κόρης της, της Έφης, όχι επειδή το επέλεξε αλλά λόγω της ασθένειάς της και δεν είχε συμφιλιωθεί ποτέ με αυτό.

Εκείνο που την κατέβαλε περισσότερο ήταν αυτό που η ίδια ονόμαζε «λειτουργική αναπηρία». Η αδυναμία της να φορέσει τα σικάτα της παντελόνια, τα εντυπωσιακά φορέματα, να καθίσει σταυροπόδι και να επιδοθεί με τις ώρες σε ανούσιες συζητήσεις με τις φίλες και τις «φίλες» της, να πάει σινεμά, θέατρο, παραλία, εστιατόριο, Επίδαυρο, Ηρώδειο, εκδρομές χωρίς να νοιάζεται αν και πότε γέμισε το καταραμένο το σακουλάκι, αν μυρίζει, αν φαίνεται, αν, αν, αν… Γι’ αυτό δεν ανεχόταν την παρουσία της Κατίνας και έβριζε, κακομιλούσε, φώναζε, πετούσε πράγματα, δυστροπούσε. Όχι επειδή είχε κάτι προσωπικά μαζί της αλλά επειδή αναγκαζόταν να εξευτελίζεται μπροστά της, έχανε την ανθρώπινη αξιοπρέπειά της, γινόταν έρμαιο στα χέρια της, εξέθετε σώμα και ψυχή στα βέβηλα μάτια ενός ξένου, ενός άλλου.

Η Κατίνα πάλι έχοντας μάθει να υπηρετεί και να υπομένει στωικά και σιωπηλά, έκανε αυτό που μπορούσε και αυτό που μπορούσε ήταν το καλύτερο. Στα δυο χρόνια της αμφισβήτησης, χρησίμευσε ως σάκος του μποξ, ως σκουπιδοτενεκές, ως κυματοθραύστης των επιθέσεων προς την κόρη, τα εγγόνια, την κοινωνία, ως αναγκαστική παρέα, ως νοσοκόμα και σπάνια ως ώμος για δάκρυα, ως αγκαλιά παρηγοριάς.

Με την κλιμάκωση της ασθένειας και των αναγκών, μετακόμισε μόνιμα στο τεράστιο ρετιρέ, στο δωμάτιο υπηρεσίας που είχε μάλιστα ξεχωριστή είσοδο και ξεχωριστό ασανσέρ, νοίκιασε το δυαράκι στην Κυψέλη και άφηνε τη σύνταξη χηρείας, το ενοίκιο και το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβής της να σωρεύονται σε έναν τραπεζικό λογαριασμό που μόνο καταθέσεις περιελάμβανε.

Από τον τρίτο χρόνο της συμβίωσης και με την αποδοχή από τη Δέσποινα της πραγματικότητας, όλα άλλαξαν. Η Κατίνα έγινε η καλύτερη της παρέα. Έβγαιναν μαζί, κομμωτήριο, νύχια, ρούχα, καλλυντικά, καφέ, εστιατόρια, ακόμα και θέατρο κι όταν ερχόταν δύσκολες στιγμές η Κατίνα ήταν εκεί να κρατήσει ψηλά της αξιοπρέπειά της, να μην επιτρέψει τον εξευτελισμό της κι έτσι δέθηκαν με δεσμούς δυνατούς, κι έτσι αγαπήθηκαν. Έτσι η Δέσποινα ξανάρχισε να ζει και η Κατίνα γνώρισε τη ζωή, έμαθε να γελά, να μιλά, να υπάρχει για την ίδια, να κοιτάζεται στον καθρέφτη για πρώτη φορά, να διασκεδάζει με τη συζήτηση, να προσμένει τη βόλτα κι έτσι η Κατίνα έγινε Καίτη στην αρχή και μετά Καιτούλα.

Όσο τα χρόνια περνούσαν κι η αναπόφευκτη φθορά του σώματος προέλαυνε και οι δυνάμεις εγκατέλειπαν το σώμα, οι έξοδοι αραίωναν. Κομμωτήριο πια, μια φορά στις δεκαπέντε, για καφέ κάθε Κυριακή πρωί στο Mojo, για φαγητό κάποιες Πέμπτες απόγευμα στου Βλάση και μια στο τόσο, ταξί και καφέ ή πάστα στην πλατεία, στον Βάρσο.

Τα τελευταία δυο χρόνια άρχισαν τα πραγματικά προβλήματα, με την άνοια να χτυπά την πόρτα, τον ίλιγγο να διαλύει την ικανότητα βάδισης και την μετακίνηση να μετατρέπεται σιγά σιγά σε μαρτύριο. Πλέον, η κομμώτρια ερχόταν σπίτι και οι βόλτες περιορίστηκαν στις απόλυτα απαραίτητες, η Έφη αραίωσε τις επισκέψεις, δεν άντεχε την αδυναμία της μάνας της να την αναγνωρίσει ούτε τους χωρίς νόημα ακατάληπτους μονολόγους της κι η Καιτούλα ξανάγινε Κατίνα.

4.

- Χόρτασες αγάπη μου;

Καθάρισε το τραπέζι, τακτοποίησε τα πράγματα στο ψυγείο, μπανιάρισε και έντυσε τη Δέσποινα με το καλύτερο φουστάνι της, έπειτα έκανε κι η ίδια μπάνιο και ντύθηκε για έξοδο.

Είχε τηλεφωνήσει από την προηγούμενη στο κομμωτήριο, είχε κλείσει ραντεβού, στις 10 και στις 10 παρά πέντε το ταξί τις περίμενε στην είσοδο της πολυκατοικίας να τις πάει για βάψιμο, χτένισμα και νύχια. Στις 11 είχαν τελειώσει και για να διανύσουν την απόσταση από το κομμωτήριο ως την Παπαδιαμαντοπούλου, λιγότερο από δεκαπέντε μέτρα, χρειάστηκαν πέντε λεπτά σε μια λιτανεία – παρέλαση σουρεαλισμού, έναν ύμνο στη γυναικεία, την ανθρώπινη ματαιοδοξία. Δυο γυναίκες που δεν μπορούν να σταθούν όρθιες αλλά πηγαίνουν στο κομμωτήριο. Ακούμπησε όλο στοργή τη Δέσποινα στο κάγκελο, στην άκρη στο πεζοδρόμιο, της ψιθύρισε γλυκά «κρατήσου καλή μου», γύρισε δυο φορές να βεβαιωθεί ότι στέκεται στη θέση της και δεν έγειρε να πέσει επί τόπου όσο η ίδια καλούσε στο κινητό το ταξί να τις παραλάβει. Την έβαλε προσεκτικά, σαν κούκλα από πορσελάνη, στο πίσω κάθισμα, έκανε τον κύκλο και μπήκε από την άλλη πόρτα. «Στου Βάρσου», είπε.

Στις τρεις είχαν επιστρέψει σπίτι, την έβαλε ξανά στο μπάνιο, της άλλαξε ντύσιμο, προσεκτικά να μη χαλάσει το χτένισμα κι έπειτα ξανά ταξί, ξανά τη βάσανο του βαδίσματος και για φαγητό στην ταβέρνα του Βλάση.

Ήταν περασμένες έξι όταν επέστρεψαν στο σπίτι. Ξανά μπάνιο, έπειτα το λευκό νυχτικό και στο κρεβάτι, με πολλά μαξιλάρια να της στηρίζουν το κεφάλι και να κρατούν το σώμα σε γωνία ώστε να βλέπει την τηλεόραση. Έκανε κι η ίδια μπάνιο, ντύθηκε το νυχτικό της, τακτοποίησε δυο φακέλους με χαρτιά στο τραπεζάκι στο χωλ, δίπλα στην είσοδο, πήρε δυο ποτήρια νερό και δυο σειρές χάπια κι έκατσε δίπλα της στο κρεβάτι και της τα έδωσε όλα με υπομονή και στοργή.

- Έλα καλή μου, έλα αγάπη μου, έλα ομορφιά μου, ακόμα ένα.

Έπειτα, κατάπιε άλλα τόσα κι η ίδια και ξάπλωσε δίπλα της, την αγκάλιασε κι ξέσπασε σε λυγμούς, χωρίς ήχο, μόνο με το κορμί να τραντάζεται ρυθμικά για ώρα πολύ.

Τις βρήκαν μέρες μετά. Η μυρωδιά ανάγκασε τους γείτονες να ειδοποιήσουν την αστυνομία και την Έφη. Φαρμακευτική δηλητηρίαση ήταν η γνωμάτευση του ιατροδικαστή και το περιεχόμενο του ενός από τους δύο φακέλους δεν άφηνε κανένα περιθώριο για παρερμηνείες ούτε για περαιτέρω αστυνομική έρευνα και η υπόθεση έκλεισε πριν καν ανοίξει.

5.

Το ορεινό φτωχοχώρι του νομού Αρκαδίας, σχεδόν στο σύνορο με τους νομούς Μεσσηνίας και Ηλείας, απέκτησε καινούργια μαρμάρινη βρύση, χτισμένη με χρήματα από δωρεά της Αικατερίνης και του Γεωργίου Σταματόπουλου, ενδόξων τέκνων του χωριού που κανείς πρακτικά δεν γνώριζε ούτε τους ίδιους ούτε την ιστορία τους, αλλά ποιος νοιάζεται;. Κατ’ απαίτηση μάλιστα των δωρητών, η βρύση ονομάστηκε «της Δέσποινας».