Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2016

Ο θεός είναι νεκρός



Δεύτερον ἠγάγετο λιπαρὴν Θέμιν, ἣ τέκεν Ὥρας, Εὐνουμίην τε Δίκην τε καὶ Εἰρήνην τεθαλυῖαν, αἳ ἔργ᾽ ὠρεύουσι καταθνητοῖσι βροτοῖσι, Μοίρας θ᾽, ᾗ πλείστην τιμὴν πόρε μητίετα Ζεύς, Κλωθώ τε Λάχεσίν τε καὶ Ἄτροπον, αἵτε διδοῦσι θνητοῖς ἀνθρώποισιν ἔχειν ἀγαθόν τε κακόν τε.
Πήρε (ο Δίας) για δεύτερη γυναίκα του τη λαμπερή Θέμιδα που του γέννησε τις Ώρες, την Ευνομία, τη Δίκη και την ανθοστόλιστη Ειρήνη που ρυθμίζουν τα έργα των θνητών, και τις Μοίρες, την Κλωθώ, τη Λάχεσι και την Ατροπό που γι’ αυτές ο σοφός Δίας επεφύλασσε τη μεγαλύτερη τιμή να δίνουν στους ανθρώπους και το καλό και το κακό

Ησίοδος, Θεογονία

Ένοιωθα τα γόνατά μου κομμένα, το στομάχι μου κόμπο και το κεφάλι μου να γυρίζει σαν σβούρα. Όχι, δεν είχα πιει τίποτα χθες το βράδυ. Στην πραγματικότητα είχα να πιω δύο εβδομάδες. Απλά, το αίσθημα του κενού, ανάμικτο με φόβο, θαυμασμό, δέος, απορία μ’ έκαναν να νοιώθω άρρωστος. Απλά. Αναζήτησα με τα μάτια μια καρέκλα και σωριάστηκα πάνω της. Πόση ώρα στεκόμουν εκεί, ακίνητος; Πόση ώρα τα μάτια μου ήταν καρφωμένα στην πόρτα με το αρμέ τζάμι στο μικρό παράθυρο; Μηχανικά, κοίταξα το ρολόι μου. Μόλις 3 λεπτά! Έκλεισα τα μάτια μου μήπως μπορέσω να βάλω σε μια τάξη όλα όσα περνούσαν σαν αστραπές από το νου μου. Μια βρύση έσταζε κάπου κοντά, κάποια πόρτα χτυπούσε ρυθμικά παγιδευμένη σε μόνιμο ρεύμα αέρα, το ρολόι τοίχου πάνω απ’ το κεφάλι μου ανακοίνωνε τα λεπτά, ένα τηλέφωνο κουδούνιζε στο βάθος.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ντριιιιιιιιιιιιιν!
Ήμουν μόνος, ως συνήθως, μπροστά στον υπολογιστή μου, με οχτώ μισόλιτρα κουτάκια μπίρας άδεια γύρω μου, ένα ξέχειλο τασάκι και κάτι λαδόχαρτα με υπολείμματα από γύρο σε πίτα όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Σπάνια χτυπούσε, πόσο μάλιστα περασμένα μεσάνυχτα ώστε χρειάστηκε λίγος χρόνος μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι κάποιος με καλεί και άλλος τόσος μέχρι να εντοπίσω τον ήχο. Κατάφερα να βρω το ακουστικό ανασηκώνοντας χαρτιά, κουτιά, φακέλους, εσώρουχα. Ήταν ο Βαγγέλης…
«Έλα ρε φιλαράκι» έκανα δήθεν λαχανιασμένα, «τρόμαξες το γκομενάκι! Τι θέλεις βραδιάτικα;» γκρίνιαξα χωρίς να πείθω ούτε λάχανο φρεσκοκομμένο.
Η φωνή ήταν ένας ατέλειωτος λαρυγγισμός και τα λόγια ακατάληπτα ακόμα και για τον Βαγγέλη. Ανάμεσα σε άναρθρες κραυγές, κλάματα και γέλια ξεχώρισα τη λέξη «σύμπαν» να αναφέρεται τουλάχιστον δέκα φορές και κάτι για θεούς και αμαρτίες και άλλες μαλακίες.
Η αλήθεια είναι ότι ο τόνος στη φωνή του με ανησύχησε. Προσπάθησα να τον ηρεμήσω αλλά μάταια. Συνέχιζε να μιλάει ακαταλαβίστικα, γρήγορα, κοφτά, χωρίς ανάσα. Ξαφνικά, ο ήχος άλλαξε σε κοντές ανάσες στην αρχή, μετά σ’ ένα μουγκρητό κι ύστερα σε δεκάδες γυαλιά που σπάνε κι έναν υπόκωφο γδούπο.
«Βάγγο!;!! Ρε Βαγγέλη! Βαγγέλ’!», φώναξα ξανά και ξανά χωρίς αποτέλεσμα. Στη στιγμή όλη η μπίρα που είχε συσσωρευτεί - εδώ και μέρες - στο αίμα και στο μυαλό μου, εκτοπίστηκε από την αδρεναλίνη και άλλες ορμόνες που έτρεξαν να την συνδράμουν στο έργο αφύπνισής μου. Ψύχραιμα και νηφάλια, ειδοποίησα πρώτα τον νυχτοφύλακα, δηλαδή την καθαρίστρια που εκτελούσε χρέη νυχτοφύλακα - στο πόδι του άντρα της που μάλλον κείτονταν σε κάποιο πεζοδρόμιο μεθυσμένος - κι ύστερα καβάλησα τη μηχανή μου κι έφυγα για το κτίριο του πανεπιστημίου. Δεν χρειάστηκα περισσότερο από 10 λεπτά μέχρι να φτάσω στο εργαστήριο και σχεδόν αμέσως πήρα τηλέφωνο στο ασθενοφόρο και στην αστυνομία.
Τον παρατηρούσα από τρία βήματα απόσταση. Συγκράτησα μια έντονη παρόρμηση να ισιώσω το πόδι του που έστεκε σε μιαν αφύσικη γωνία, πιασμένο στο πάτημα του ψηλού σκαμνιού που κείτονταν δίπλα του. Θα πρέπει να έπεσαν μαζί, το σκαμνί κι ο Βαγγέλης. Δεν τους χώρισα. Τόσα χρόνια θεατής αστυνομικών σειρών στην τηλεόραση, έμαθα να μην πειράζω το πτώμα...
Γύρω του, σπασμένα γυαλιά και κομμάτια από μπουκάλια, σωλήνες, υγρά και ένα πακέτο χαρτί Α4 σκόρπιο σε όλο το στενάχωρο εργαστήριο. Με βάση τα όσα έβλεπα, σχημάτισα την εικόνα της πτώσης του στο μυαλό μου, την επανέλαβα σε αργή κίνηση και συγκράτησα το γέλιο μου. Θεώρησα ότι το να ηχήσουν χάχανα, ακόμα κι αν δεν άκουγε κανείς άλλος - εκτός της καθαρίστριας η οποία δεν μετράει - θα ήταν απρέπεια.
«Α, ρε Βάγγο», σκέφτηκα, «ακόμα και στο θάνατό σου, ατσούμπαλος!» Είχα δει πεθαμένους σε κηδείες και τούτος εδώ τους έμοιαζε, άρα υπέθετα ότι είχε πεθάνει. Τέλος πάντων, αυτό θα ξεκαθάριζε σε λίγο που θα έφτανε το νοσοκομειακό και η αστυνομία. Μάλλον το έμφραγμα τον βρήκε καθιστό στο ψηλό εργαστηριακό σκαμνί, με το δεξί πόδι μπλεγμένο στο πάτημα. Το σκαμνί, στην πτώση τους, παρέσυρε μια παλιά ραφιέρα-κειμήλιο, δεξιά από τον πάγκο εργασίας με το μεγάλο μικροσκόπιο. Η ραφιέρα ήταν γεμάτη με δοκιμαστικούς σωλήνες, χωνιά, δοσομετρικά μπουκάλια και άλλα. Ανάμεσα σε αυτά βρίσκονταν το κεφάλι του Βαγγέλη. Το αριστερό του χέρι ήταν απλωμένο πάνω από το κεφάλι του, σαν να προσπάθησε να κρατηθεί απ’ τον αέρα όταν έπεφτε, ενώ στο δεξί κρατούσε σφιχτά μια σελίδα χαρτί.
«Σταμάτα να μυξοκλαίς» είπα εκνευρισμένος της καθαρίστριας που ήρθε και στάθηκε δίπλα μου, «Σταμάτα και πήγαινε μπροστά να περιμένεις το ασθενοφόρο και την αστυνομία». Το εργαστήριο του Βαγγέλη βρίσκονταν στο ημιυπόγειο, στην Β πτέρυγα του κτιριακού συγκροτήματος όπου έφτανε κανείς αφού περνούσε την κεντρική πύλη, έβγαινε κατευθείαν απέναντι στην εσωτερική αυλή, την διέσχιζε διαγώνια, από μια μικρή σιδερένια πόρτα κατέβαινε σε έναν στενό και κακοφωτισμένο διάδρομο και περπατούσε περί τα 40 μέτρα συνεχώς προς τα αριστερά.
Μου φάνηκε σαν να χαμογελούσε καθώς πλησίασα κι έσκυψα για λίγο από πάνω του. Αν κρίνω από αυτά που άκουσα λίγο πριν στο τηλέφωνο, μάλλον η καρδιά του τον πρόδωσε. Το ήξερε – όλοι στο εργαστήριο το ξέραμε - το πρόβλημα με την καρδιά του. Ο ίδιος συνήθιζε να το διακωμωδεί: «εμένα η καρδιά μου φυσάει», έλεγε, κι εμείς συνηθίζαμε να τον προσέχουμε. Κανείς δεν περίμενε ότι θα τον πρόδινε στα 43 του.
Λίγο πριν τον πάρουν για νεκροψία, και από περιέργεια, έβγαλα το χαρτί απ’ το χέρι του. Γεμάτο αριθμούς, εξισώσεις, νούμερα, θαυμαστικά, κάτι για ζωή και θεούς και στη μέση με μεγαλύτερα γράμματα μια σημείωση, μάλλον να θυμηθεί να αλλάξει κάποια λάμπα που κάηκε.
Τσαλάκωσα το χαρτί στη χούφτα μου, σημάδεψα ένα καλάθι καθώς διέσχιζα την αυλή και το έριξα μέσα από τα 4 μέτρα. Ψιθύρισα ένα «σσσσωραίος!», χαμογέλασα ικανοποιημένος για τις ικανότητές μου και βγήκα στο δρόμο.
Δεν είμαι συναισθηματικός τύπος. Αντίθετα. Με αποκαλούν κυνικό, ρεμάλι, ανήθικο, σάτυρο και άλλα όχι τόσο κόσμια Πίνω τα πάντα, καπνίζω επίσης τα πάντα, ξενυχτάω και είμαι καλός στη δουλειά μου. Ποια είναι η δουλειά μου; Ιδέες. Κατεβάζω ιδέες που ο Βαγγέλης ερευνά, συγκρίνει, ελέγχει, κάνει πράξη. Τουλάχιστον αυτό συνήθιζε να κάνει μέχρι πριν μισή ώρα. Είμαστε από φοιτητές μαζί. Πάντα μαζί. Ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον. Ο Βαγγέλης είναι το συμπλήρωμά μου. Ήταν. Τουλάχιστον ήταν. ... Ένοιωσα άβολα και ξαφνικά το στομάχι μου έγινε κόμπος. Γύρισα πίσω, έψαξα το χαρτί στα σκουπίδια, το έβγαλα, το ίσιωσα προσεκτικά, το δίπλωσα και το έβαλα στην τσέπη μου.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Κάπου βρήκα ένα σκούρο κοστούμι και μια παλιά, στενή, μαύρη γραβάτα. Το άσπρο πουκάμισο ήταν κακοσιδερωμένο και στις μασχάλες είχε τεράστιους κίτρινους λεκέδες οπότε ούτε σκέψη να βγάλω το σακάκι, παρά τη διαβολεμένη ζέστη και την αρρωστιάρικη υγρασία των τελευταίων ημερών του Σεπτεμβρίου. Στεκόμουν ιδρώνοντας σαν γουρούνι μπροστά στον ανοιχτό τάφο, ενώ ο παππάς μασούσε με ταχύτητα τα ακατάληπτα λόγια του. Δίπλα μου η καθαρίστρια, που συμπαθούσε κατά τα φαινόμενα ιδιαίτερα τον φίλο μου και δίπλα της, η θεία του Βαγγέλη, η αιτία της καθυστέρησης επί διήμερο της τελετής. Μια θλιβερή τετράδα, η πρέπουσα συνοδεία μιας εξίσου θλιβερής τελετής για ένα πρόσωπο που γελούσε ακόμα κι όταν δεν υπήρχε κανένας λόγος. Ιδιαίτερα τότε. Αν ήταν εδώ σήμερα, θα κυλιόταν στα χώματα από τα γέλια, αλλά δεν είναι ο μπαγάσας.
Λίγο πριν εγκαταλείψουμε το χώρο, με έπιασε από το μπράτσο η καθαρίστρια: «έχω κάτι για σένα, μου είπε ο κύρ-Βαγγέλης να στο δώσω, αν του τύχαινε κάνα κακό» είπε πριν ξεσπάσει σε λυγμούς και μου λερώσει με απροσδιόριστα υγρά το δανεικό κουστούμι. Μύριζε κρεμμύδι, λάδι, χλωρίνη και ιδρώτα και πρέπει να είχε ψεκαστεί με ένα κιλό τέσσερα εφτακόσια έντεκα από πάνω, κάνοντας το σύνολο αρκούντως αηδιαστικό. Ήμασταν ταιριαστό ζευγάρι, χωρίς αμφιβολία. Έχωσε το χέρι στην τσάντα και τράβηξε έναν κίτρινο φάκελο Α4, φθαρμένο στις κόχες, γεμάτο στρογγυλά σημάδια από κούπες του καφέ και άλλα που δεν ήθελα να σκέφτομαι από τι είναι.
Της πρότεινα να πάμε για καφέ οι δυο μας απέναντι από το νεκροταφείο - ναι, ήμουν απελπισμένος - ενώ η θεία εξαφανίστηκε για τα διαδικαστικά με τον παππά σε κάποια σκοτεινά κτίσματα δίπλα στην εκκλησία. Μου μίλησε για «το δωμάτιο», για τον χρόνο που «ο κυρ-Βαγγέλης» περνούσε εκεί όπου δεν τις επέτρεπε να καθαρίσει ποτέ και πως κανείς δεν θυμόταν πια την ύπαρξή του, για τα κομπιούτερ που ποτέ δεν έκλειναν, για τους ανεμιστήρες και τις γεννήτριες, για το γεγονός ότι τις τελευταίες μέρες ο κυρ-Βαγγέλης πολλές φορές έκλαιγε κοιτώντας το θολό τζάμι με το ατσάλινο πλέγμα στο μικρό φεγγίτη της πόρτας που οδηγούσε «στο δωμάτιο». Δεν κατάλαβα Χριστό, πέρα του ότι κάτι τρέχει με «ένα δωμάτιο».
Μετά τον καφέ πήγα στην Αστυνομία, μου διάβασαν την κατάθεσή μου, έβαλα υπογραφές κι έφυγα για το Πανεπιστήμιο όπου έπρεπε να απαντήσω στο ερώτημα της γραμματείας «τι θα κάνετε τώρα με το εργαστήριο;». Είχα ξεχάσει ότι ήμουν κι εγώ χρεωμένος την έρευνα με το Βαγγέλη. Συνειδητοποίησα έξαφνα ότι τις μπίρες μου, το Πανεπιστήμιο τις πλήρωνε και τώρα βρισκόμουν αντιμέτωπος με την δυσάρεστη προοπτική να στερέψει το ψυγείο από εξάδες. Ήταν κάτι που επ’ ουδενί θα επέτρεπα. Έμεινα μέχρι αργά συμπληρώνοντας φόρμες, ψάχνοντας έντυπα, σκαλίζοντας συρτάρια και συζητώντας με συναδέλφους που δεν γνώριζα και δεν με γνώριζαν επί διαδικαστικών θεμάτων.
Γύρισα σπίτι με έναν κουβά απορίες κι ένα κεφάλι – καζάνι. Παράγγειλα μια πίτσα γίγας σπέσιαλ, έκανα έναν έλεγχο στο ψυγείο για μπίρες, οκ, είχα τρεις εξάδες πήρα μια, την άδειασα σε ένα ποτήρι, έριξα ένα Depon αναβράζον μέσα – όπα! καλύτερα να βάλω δύο - έπεσα στην καρέκλα μου αφού πέταξα κάτι άπλυτα από πάνω της, άναψα τσιγάρο και τσατάρισα με κάτι φιλαράκια ψάχνοντας εύκολη λύση για το πρόβλημα με το Πανεπιστήμιο. Στις εννέα και μισή ήρθε η πίτσα, την έφαγα με βουλιμία, πήρα τρίτο μισόλιτρο από το ψυγείο και μετά από μια στάση στην τουαλέτα για να δημιουργήσω χώρο στην κύστη για περισσότερη μπίρα, είπα να ανοίξω το φάκελο που κληρονόμησα από το Βαγγέλη. Μέσα είχε ένα μάτσο χαρτιά αριθμημένα με το χέρι, από το ένα ως το 236 και πιασμένα με δυο μεγάλα κλιπ. Η ώρα κόντευε έντεκα, θα έριχνα μια ματιά μέχρι να με πάρει ο ύπνος και το πρωί θα έτρεχα στο Πανεπιστήμιο να βρω τι θα κάνω με το εργαστήριο.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Σήκωσα τα μάτια μου από το χαρτί που κρατούσα. Γύρω μου, παντού, ήταν σκόρπιες σελίδες από το βιβλίο του Βαγγέλη άλλες τσαλακωμένες άλλες απείραχτες άλλες εδώ άλλες εκεί, παντού. Από τις γρίλιες του παντζουριού έμπαινε το θαμπό φως της μέρας, το τελευταίο κουτάκι μπίρας που είχα ανοίξει λίγο πριν τις έντεκα χτες βράδυ ήταν δίπλα μου μισογεμάτο, είχα περάσει όλη τη νύχτα διαβάζοντας και χωρίς να πίνω. Τα μάτια μου πονούσαν, το ίδιο και το κεφάλι. Πήγα στην κουζίνα, κάπου είχα καφέ, μπρίκι δεν βρήκα, σκούπισα με ένα πανί - ή ήταν μπλουζάκι; - μια κούπα, έριξα δυο κουταλιές μέσα, συμπλήρωσα νερό από το βρύση και το ήπια σχεδόν μονορούφι.
«Το έκανε ο μπαγάσας!» είπα δυνατά, «το έκανε!».
Θυμάμαι, πολλά χρόνια πριν, που νεαροί υποψήφιοι διδάκτορες περνούσαμε ώρες ατέλειωτες συζητώντας για φιλοσοφία και επιστημονική φαντασία, φυσική και μεταφυσική, για επιστήμες και τεχνολογία, για το σύμπαν, την προέλευσή του, τον θεό και την ύπαρξή του. Ένας φίλος είχε πει ότι δεν μπορεί τόση αρμονία να μην προέρχεται από συνείδηση, τόση ομορφιά, από καλοσύνη και αγάπη, τόση σοφία από απέραντη γνώση, τόση απεραντοσύνη χώρου και χρόνου από ατέλειωτη δύναμη. Του απάντησα ότι το να θεωρούμε όμορφο τον κόσμο μας είναι απαραίτητο για να επιβιώσουμε ως είδος, αυτό που θεωρούμε αρμονία και σοφία είναι συρραφή τυχαιοτήτων και αποτέλεσμα πρόσκαιρης ισορροπίας αλληλοεπηρεαζόμενων δυνάμεων και ότι όλα μα όλα συνέβησαν ως φυσική συνέπεια ενός  και μοναδικού τυχαίου γεγονότος. Της συνεύρεσης των σωστών συστατικών την κατάλληλη στιγμή. Είναι το σημείο που η συζήτηση ξεφεύγει στο τι υπήρχε πριν το τίποτα και ποιος έβαλε τα συστατικά στην κατσαρόλα και η μόνη απάντηση είναι «ο φούφουτος» αλλά δεν ανατινάζεις μια υποτίθεται σοβαρή συζήτηση με προβοκατόρικα επιχειρήματα.
Τέλος πάντων μόλις είχαμε ξαναδιαβάσει και αναλύσει με το Βαγγελάκο τη «Δημιουργία Αναθεωρημένη» του Peter W. Atkins και επηρεασμένοι από το σχεδιασμό γενετικών μαθηματικών μοντέλων και τη διαρκή βαθμονόμηση προσομοιωτών, στήσαμε μεταξύ σοβαρού και αστείου ένα υπολογιστικό μοντέλο δημιουργίας σύμπαντος. Περάσαμε μήνες επιλέγοντας και καλιμπράροντας μεταβλητές, ξαναθυμηθήκαμε θεωρίες για τον κόσμο που ζούμε κι ότι δεν είναι παρά μια προβολή, μια ψευδαίσθηση, ένα άθροισμα ιδεών, ένα matrix όπως σοφά παρατήρησε κάποιος του οποίου το όνομα τώρα μου διαφεύγει, γελάσαμε, δαγκώσαμε τη γλώσσα μας, παιδευτήκαμε, ξενυχτήσαμε, κάναμε λάθη, το πήραμε από την αρχή μέχρι που βαρέθηκα. Αυτός είμαι. Μου έφυγε ο ενθουσιασμός, για κάποιο λόγο που δεν θυμάμαι ξενέρωσα, εγκατέλειψα και το ξέχασα.
Ο Βαγγέλης όμως το συνέχισε και το ‘κανε! Το ‘κανε ο μπαγάσας, το ‘κανε! Έφτιαξε σύμπαν!  Διακόσιες τριάντα έξι σελίδες, αριθμημένες με το χέρι, πιασμένες με δυο μεγάλα κλιπ μέσα σε ένα κίτρινο, φθαρμένο και λεκιασμένο φάκελο, όλο το χρονικό της Γένεσης ενός Σύμπαντος!
«Το Ευαγγέλιο του Ευάγγελου» σκέφτηκα και βάλθηκα να γελάω μόνος μου υστερικά. Ένα σύμπαν που δημιουργήθηκε με μια χούφτα υλικά και προγραμματισμένο να υπακούει σε λίγους νόμους γεννήθηκε στα κυκλώματα μερικών ισχυρών υπολογιστών και από τότε μεγαλώνει, εξελίσσεται, διαμορφώνεται, γεννά και καταστρέφει εικονικούς γαλαξίες, πτυχές και αναδιπλώσεις χώρου και χρόνου, συμπυκνώσεις και αραιώσεις μάζας και, άρα, ενέργειας, κινείται συνεχώς και προς κάθε κατεύθυνση, μεγαλώνει.
Μπήκα κάτω από το ντους και το κρύο νερό με έκανε να ξυπνήσω. Φόρεσα ένα σχετικά καθαρό τι-σερτ, έβαλα τον κίτρινο φάκελο στο σακίδιο, πήρα τα κλειδιά της μηχανής κι έφυγα για το Πανεπιστήμιο. Βιαζόμουν, είχα ένα σύμπαν να ανακαλύψω.
Βρήκα την καθαρίστρια στην εσωτερική αυλή και της ζήτησα να με συναντήσει στο εργαστήριο. Η αστυνομία είχε αφήσει το χώρο σε χειρότερη κατάσταση από ότι ήταν το βράδυ που πέθανε ο Βαγγέλης και ξεκίνησα να μαζεύω τα χαρτιά περιμένοντάς την. Τα περισσότερα από αυτά δεν έμοιαζαν να έχουν σχέση με το μικρό μυστικό του Βαγγέλη αλλά θα τα χρειαζόμουν αν ήταν να συνεχίσω τη δουλειά του. Σκέφτηκα ότι θα μου έκανε καλό να ασχοληθώ στα σοβαρά με την έρευνα και ότι τα σαράντα πέντε είναι μια χαρά ηλικία για να σοβαρευτεί κάποιος αλλά, τι ακριβώς έκανε εδώ ο Βαγγέλης; Ποιες εργασίες έπρεπε να συνεχίσω; Τι μελετούσε; Κοιτούσα απελπισμένος γύρω μου και δεν συνειδητοποίησα ότι η καθαρίστρια είχε έρθει και είχε σταθεί πλάι μου.
«Μάζεψε σε παρακαλώ τα σπασμένα κι εγώ θα τακτοποιήσω εδώ, πρόχειρα τα υπόλοιπα» της είπα, «μετά θέλω να με οδηγήσεις στο δωμάτιο».
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Το εργαστήριο του Βαγγέλη, μάλλον το εργαστήριό μας και πλέον μόνο δικό μου, βρισκόταν στο ημιυπόγειο του κτιρίου Β του Πανεπιστημίου. Το κτιριακό συγκρότημα επί του Λόφου της Τεχνολογικής Εκπαίδευσης, γνωστού ως ΛΟΤΕ, αποτελούσαν τρία κτίρια, το κεντρικό, δύο συνδετήριες πτέρυγες και το αμφιθέατρο. Από τα άκρα του κεντρικού κτιρίου, ξεκινούσαν δυο συνδετήριες πτέρυγες εκ των οποίων η βόρεια οδηγούσε στο κτίριο Γ και η νότια κατευθείαν στο δεύτερο όροφο του ηλικίας σχεδόν διακοσίων ετών κτιρίου Β που κατά το παρελθόν υπήρξε η έδρα του Πανεπιστημίου. Ανάμεσα στα Β και Γ και ενωμένο με αυτά, είχε κατασκευαστεί το Μεγάλο Αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου με αποτέλεσμα να σχηματίζεται μια αρκετά μεγάλη εσωτερική αυλή στο κέντρο της οποίας λειτουργούσε ένα μικρό καφέ με διάσπαρτες στο χώρο πολύχρωμες ομπρέλες, κομψά μεταλλικά στρόγγυλα τραπεζάκια και ανάλογης αισθητικής καρέκλες.
Στο ημιυπόγειο του κτιρίου Β, εκεί όπου βρισκόταν το εργαστήριό μας, μπορούσε κανείς να φτάσει μόνο διασχίζοντας την εσωτερική αυλή, αφού η επικοινωνία μέσα από το κτίριο είχε αποκοπεί όταν ξεκίνησε η κατασκευή ενός χώρου ειδικών πειραμάτων, σχέδιο που στην πορεία εγκαταλείφθηκε λόγω έλλειψης κονδυλιών. Τα ειδικά πειράματα πλέον φιλοξενούνται αλλού και στο ημιυπόγειο έχουν μείνει και λειτουργούν τρία εργαστήρια, αυτά των «εξόριστων» του πανεπιστημίου, εκείνων δηλαδή που δεν τα πάνε καλά με τις δημόσιες σχέσεις. Ο Βαγγέλης είχε πάρει το τρίτο στη σειρά, το πιο απομακρυσμένο.
Η πόρτα του εργαστηρίου είναι η τελευταία του διαδρόμου. Το εργαστήριο καθ’ εαυτό είναι μια μακρόστενη αίθουσα χωρισμένη ανισομερώς στα δύο με χαμηλά διαχωριστικά από εκείνα τα μισά ξύλινα μισά τζαμένια που βρίσκει κανείς σε όλα τα παλιά κτίρια γραφείων. Ο μικρότερος χώρος είναι το γραφείο κι ο μεγαλύτερος, εκείνος με τις καρέκλες και το έδρανο, αυτός που φιλοξενεί ενίοτε προπτυχιακούς ή μεταπτυχιακούς φοιτητές. Στο χώρο κυριαρχεί το ξύλο στην ανοιχτή μελί, ξεθωριασμένη έκδοσή του. Στους τοίχους βλέπεις τζαμένιες προθήκες, ξύλινες βιβλιοθήκες και αφίσες από ανακοινώσεις σε συνέδρια, κάποιες παλιές - πραγματικά, πολύ παλιές - και άλλες, νεώτερες. Στη δυτική πλευρά της αίθουσας υπάρχουν τέσσερα παράθυρα, ψηλά, πάνω από τις βιβλιοθήκες και τις ραφιέρες, σχεδόν ένα μέτρο κάτω από την οροφή, που βλέπουν στην πίσω πλευρά του κτιριακού συγκροτήματος, σ’ έναν χώρο που χρησιμοποιείται σαν αποθήκη ενός εγκαταλειμμένου εργοταξίου με καδρόνια, σιδεριές, σκαλωσιές που εμποδίζουν το φως να φτάνει στο εσωτερικό. Το δάπεδο είναι ανοιχτόχρωμο μωσαϊκό εκτός από ένα μικρό κομμάτι γύρω από έναν πάγκο καλυμμένο εξ ολοκλήρου με μικρό λευκό πλακάκι, ίσως απομεινάρι κάποιας εποχής που ο χώρος φιλοξενούσε εργαστήρια χημείας. Η αίθουσα είναι ψηλοτάβανη με φώτα που κρέμονται χαμηλά με αλυσίδες από τη μαυρισμένη κατά τόπους οροφή. Στη στενή πλευρά, αριστερά όπως μπαίνεις, υπάρχει μια ακόμη πόρτα κλειστή από χρόνια και πίσω από αυτή, ο χώρος που κάποτε προοριζόταν για τα ειδικά πειράματα.
Οι ξύλινες βιβλιοθήκες στους τοίχους είναι γεμάτες με λογής βιβλία, από παλιά δερματόδετα μέχρι σημειώσεις δεμένες με θερμοκόλληση ή σπιράλ, ντοσιέ, φακαρόλες ή και πακέτα χαρτιά πρόχειρα ακουμπισμένα σε κάποιο ράφι. Υπάρχει μια περίεργη ακαταστασία, μια έλλειψη ταξινόμησης, μια απουσία αρχειοθέτησης με βάση κάποιο σχέδιο ή πρότυπο, πράγμα που θα κάνει την έρευνά μου δυσκολότερη. Έπιασα και ξεφύλλισα στην τύχη μερικές σημειώσεις, αυτές που μου φάνηκαν πιο πρόσφατες, είτε γιατί στο ράφι τους είχε λιγότερο σκόνη είτε γιατί το χρώμα του χαρτιού δεν είχε αλλοιωθεί από το φως ή τον καιρό.
Σύντομα τις άφησα από τα χέρια μου. Ήμουν ήδη σχεδόν μια ώρα στο χώρο, η καθαρίστρια είχε αποκαταστήσει την τάξη σε σημαντικό βαθμό κι εγώ αδημονούσα να δω αυτό για το οποίο είχα χάσει τον ύπνο μου.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
- Ψίτ! Έκανα, συνειδητοποιώντας ότι δεν γνωρίζω το όνομά της, εσύ, πως σε λένε, που είναι το δωμάτιο;
- Μαρία Μανταλένα, είπε.
- Παρακαλώ; Έκανα όλο ειλικρινή απορία
- Το όνομά μου. Το όνομά μου είναι Μαρία Μανταλένα· να, εδώ είναι, είπε και άπλωσε στο ράφι δίπλα στην κλειστή από καιρό πόρτα, τράβηξε ένα μικρό δερματόδετο βιβλίο, «Θεογονία, Έργα και Ημέραι - Ησίοδος» έγραφε με χρυσά γράμματα σε κόκκινο φόντο. Το άνοιξε κι έβγαλε από μέσα ένα κλειδί και μου το έδωσε δείχνοντας μου την κλειδαριά της πόρτας.
Το πρώτο που παρατήρησα ήταν το πάχος του τοίχου. Η παλιά πέτρινη τοιχοποιία είχε ενισχυθεί εσωτερικά με περίπου 20 εκατοστά οπλισμένο σκυρόδεμα, προφανώς για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες των ειδικών πειραμάτων που επρόκειτο να φιλοξενηθούν εδώ. Γύρισα προς την καθαρίστρια αλλά είδα μόνο την πλάτη της καθώς απομακρυνόταν γρήγορα μέχρι που πέρασε την πόρτα του εργαστηρίου, την έκλεισε σχεδόν αθόρυβα και χάθηκε.
Ακριβώς απέναντι από την πόρτα που μόλις είχα περάσει, στο μέσον του τοίχου και σε απόσταση όχι μεγαλύτερη των τεσσάρων μέτρων βρισκόταν μια άλλη με μόνη διαφορά ότι η δεύτερη είχε στο πάνω μέρος της έναν φεγγίτη καλυμμένο με εκείνα τα θολά τζάμια με το συρμάτινο πλέγμα στο εσωτερικό τους. Δεξιά και αριστερά της, καρφωμένα στον τοίχο ήταν ράφια τύπου dexion γεμάτα με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, μεγάλες ψήκτρες και μικρούς αλλά  ισχυρούς ανεμιστήρες που γέμιζαν με χαρακτηριστικό χαμηλό βουητό το χώρο. Ανάμεσα στις δυο πόρτες, στο μέσο του μακρόστενου δωματίου ήταν ένα φαρδύ γραφείο με τρείς μεγάλες οθόνες πάνω από 30 ίντσες η κάθε μια  και μια αρκετά μικρότερη  που έστεκε σε λίγη απόσταση από τις άλλες τρεις, όπου  έτρεχε μια αντίστροφη μέτρηση που τη στιγμή που μπήκα, έδειχνε
- 00:000:07:39:53:888
Από την ταχύτητα που έτρεχαν τα τελευταία νούμερα, τα οποία μετά βίας μπορούσα να ξεχωρίσω υπέθεσα ότι πρόκειται για εκατοστά του δευτερολέπτου αλλά, σε αυτή την περίπτωση η πρώτη ομάδα ψηφίων μετρούσε χρόνια, μα ναι, χρόνια, ημέρες, ώρες, λεπτά, δευτερόλεπτα, εκατοστά. Τι θα μπορούσε να μετράει κανείς για χρόνια; Τι θα συνέβαινε σε μόλις εφτά ώρες και σαράντα λεπτά, σκάρτα; Θα τελείωνε ή θα ξεκινούσε κάτι και πόσο σοβαρό ήταν;
Ακούμπησα τα χαρτιά μου στο γραφείο, τράβηξα την καρέκλα και κάθισα μπροστά στις οθόνες. Κούνησα το ποντίκι για να φύγει η προφύλαξη οθόνης, ένα όμορφο κινούμενο διαστημικό θέμα, αλλά μάταια. Χτύπησα σπαστικά και με αυξανόμενη πίεση μια, δυο, τρείς το enter, τίποτα. Τότε συνειδητοποίησα ότι αυτό που έβλεπα, δεν ήταν προφύλαξη οθόνης. Μπροστά μου είχα το σύμπαν του Βαγγέλη!
Μπορούσα να μετακινήσω τον κέρσορα από οθόνη σε οθόνη, μπορούσα να πλησιάσω ή να απομακρυνθώ από σημείο, να περιηγηθώ μέσα στο σύμπαν προς οποιαδήποτε διεύθυνση απλά κάνοντας τις κλασικές κινήσεις που μηχανικά έχουμε μάθει να κάνουμε με το ποντίκι. Ήταν μαγικό! Έμεινα με τα μάτια καρφωμένα στην οθόνη και ένα χαζό χαμόγελο στην αξύριστη μούρη μου, ταξιδεύοντας σε ένα τοπίο απίστευτης διαύγειας, μεγέθους, λεπτομέρειας, άγριας ομορφιάς. Σφαίρες διαφόρων μεγεθών, άλλες πύρινες, άλλες πολύχρωμες κι άλλες παγωμένες ή σκοτεινές περνούσαν μπροστά από τα μάτια μου, σύννεφα που όσο πλησίαζα έσπαζαν σε εκατομμύρια αστέρια, μαύροι βράχοι που εμφανίζονταν ξαφνικά στο οπτικό μου πεδίο, φωτεινές εκρήξεις που φώτιζαν το χώρο κι έλειωναν ότι βρισκόταν στη γειτονιά τους, αστέρια που στροβιλίζονταν απεγνωσμένα πριν εξαφανιστούν σε σκοτεινά κενά στο χώρο, αλλεπάλληλες και ασταμάτητες συγκρούσεις πότε μεμονωμένων σωμάτων πότε ομάδων ή σμηνών αποτελούμενων από χιλιάδες ή εκατομμύρια αστέρια, πίδακες ύλης ή ακτινοβολίας, αναδιπλώσεις ή πτυχές, νεφελώματα και νέφη, χρώματα πολλά, κενό πολύ και απεραντοσύνη και ησυχία, απόλυτη ησυχία. Τόση που μπορούσα να ακούσω την ανάσα μου, τον ήχο του αίματος καθώς κυλούσε με δύναμη στα μηνίγγια μου, τους χτύπους της καρδιάς μου ή τον αέρα περνούσε από τα ρουθούνια μου και κατέβαινε ορμητικά στα πνευμόνια μου.
Πέρασα σχεδόν μια ώρα, το χρονόμετρο αντίστροφης μέτρησης έδειχνε 6:57 και κάτι ψιλά όταν σήκωσα τα μάτια από τις οθόνες και ανάσανα κανονικά. Σηκώθηκα και περπάτησα ως το θολό τζάμι, προσπάθησα να δω μέσα, δεν τα κατάφερα, άπλωσα να ανοίξω την πόρτα αλλά δίστασα, έκανα μεταβολή, έκλεισα την πόρτα πίσω μου, κλείδωσα κι έβαλα το κλειδί στην τσέπη μου, διέσχισα με γοργό βήμα το εργαστήριο και τον μακρύ διάδρομο και βγήκα στην αυλή με φόρα.
Το δυνατό φως του ήλιου έκανε τα μάτια μου να πονέσουν και τα μισόκλεισα σηκώνοντας ταυτόχρονα το αριστερό μου χέρι. Στο γρασίδι, στις καρέκλες, στα παγκάκια λιάζονταν δεκάδες παιδιά και κάποιοι διδάσκοντες. Πέρασα με διστακτικά βήματα ανάμεσά τους, πάντα είχα θέματα με την πολυκοσμία. Εδώ που τα λέμε, πάντα είχα θέματα με τους ανθρώπους. Στον πάγκο του καφέ περίμενα τη σειρά μου και παρήγγειλα έναν εσπρέσο κι έναν μεγάλο, δυνατό,  μαύρο καφέ σε πλαστικό. Ήπια τον έναν επί τόπου και πήρα τον άλλον μαζί μου κάνοντας την ανάποδη διαδρομή. Είχα την αίσθηση ότι καθώς περνούσα ανάμεσα στον κόσμο, οι συζητήσεις σταματούσαν και γύριζαν όλοι να με κοιτάξουν. Διέσχισα βιαστικά την αυλή, διάβηκα την μικρή μεταλλική πόρτα και περπάτησα γρήγορα τον μακρύ και υποφωτισμένο από βρώμικα παράθυρα και ασθενικές λάμπες διάδρομο μέχρι την ασφάλεια του εργαστηρίου.
Στον πάγκο με τα πλακάκια υπήρχε μια βρύση. Ακούμπησα το χάρτινο ποτήρι κάπου κι έριξα άφθονο νερό στο πρόσωπό μου. Τρόμαξα όταν αντίκρισα το πρόσωπό μου στον θολό και ξεφτισμένο καθρέφτη που ήταν βιδωμένος στον τοίχο πάνω από τη βρύση. Τα μάτια μου ήταν κατακόκκινα με μαύρες σακούλες από κάτω, ήμουν αξύριστος, αχτένιστος, πραγματικός αγριάνθρωπος. Καθόλου παράξενο να με κοιτάζουν περίεργα στην αυλή.
Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε, άρχισα να ιδρώνω, παρά το γεγονός ότι ο χώρος ήταν κλιματιζόμενος, και να ανασαίνω με δυσκολία. Ακολουθώντας μια ηλίθια παρόρμηση, κλείδωσα το εργαστήριο πριν ανοίξω την πόρτα-που-ήταν-για-χρόνια-κλειστή. Ο μικρός χώρος με τις οθόνες μου φάνηκε σαν τάφος και το ρολόι που μετρούσε ανάποδα γέμιζε το μυαλό μου με όλες τις φοβίες που ξεπερνούσα κατά καιρούς με μπίρες, κυνισμό, επιθετικότητα, μισανθρωπισμό χωριστά ή σε συνδυασμό, ανάλογα με το τι είχα εύκαιρο από το παραπάνω οπλοστάσιο. Βγήκα έξω ξανά, έψαξα την τσάντα μου και ήπια με μια γενναία γουλιά μαύρο καφέ, τρία χαπάκια μαζεμένα από εκείνα τα της χαράς που μου είχε συνταγογραφήσει κάποτε ένας φίλος  γιατρός. Τώρα ήμουν έτοιμος.
- 00:000:06:21:17:632
Πήρα βαθιά ανάσα, πίεσα το πόμολο προς τα κάτω κι έσπρωξα αποφασιστικά την πόρτα.
Το δωμάτιο ήταν δίδυμο της αίθουσας για τους φοιτητές μόνο που οι τοίχοι είχαν ενισχυθεί κι εδώ εσωτερικά με οπλισμένο σκυρόδεμα, τα τζάμια των τεσσάρων παραθύρων ήταν βαμμένα με άσπρη μπογιά και από τη μέσα τους πλευρά είχαν τοποθετηθεί πυκνά κάγκελα. Από το ψηλό ταβάνι κρέμονταν σε διάταξη τέσσερεις στήλες επί πέντε σειρές φώτα και αντιστοιχούσε μια σειρά σε κάθε κενό ανάμεσα στα παράθυρα, μόνο που τώρα ήταν όλα σβηστά και παρ’ όλα αυτά, δεν χρειαζόσουν φως. Τον τοίχο περιμετρικά της αίθουσας διέτρεχε κοίλη ματ μεταλλική ράβδος καλυμμένη με φυμέ τζάμι που αν κοίταζες προσεκτικότερα θα έβλεπες ότι προστατεύει σειρά από κάμερες στραμμένες όλες προς το εσωτερικό της αίθουσας.  Οι τοίχοι κατά τα λοιπά ήταν γυμνοί και στο χώρο δεν υπήρχε ούτε ένα αντικείμενο πέρα από μια μηχανή προβολής ολογραμμάτων ακριβώς στο μέσο του δαπέδου και ελάχιστα υπερυψωμένη από αυτό. Όλος ο χώρος ήταν μια τρισδιάστατη οθόνη στην οποία προβάλλονταν η εικόνα που έβλεπα λίγο πριν στις οθόνες.
Έμεινα ακίνητος, σπρώχνοντας απαλά την πόρτα πίσω από την πλάτη μου. Πριν ακούσω τον χαρακτηριστικό ήχο του κλεισίματος γύρισα πανικόβλητος. Ουφ! Ευτυχώς είχε και από μέσα πόμολο. Στράφηκα πάλι προς το εσωτερικό. Εδώ, μπροστά μου,  μπροστά στα ανάξια μάτια μου, γεμίζοντας το δωμάτιο από άκρη σε άκρη, απλωνόταν το μεγαλείο του σύμπαντος του Ευάγγελου, ή τουλάχιστον ένα μέρος αυτού. Σταμάτησα αποσβολωμένος μην τολμώντας καν να ανασάνω, πόσο μάλλον να κινηθώ, μην και η ανάσα μου ή το χέρι μου βγάλει από την τροχιά του κάποιον γαλαξία ή διαλύσει έναν μικρό κόσμο που ταξιδεύει σαν κόκκος σκόνης παγιδευμένος σε δέσμη φωτός.
Έπειτα παρατήρησα έναν ήλιο με όλη του την ακολουθία να περνά μέσα από ένα από τα κρεμασμένα σκαφάκια με τις σβηστές λάμπες και συνειδητοποίησα ότι μπροστά μου δεν είχα παρά την προβολή ενός σύμπαντος που ζούσε και μεγάλωνε «κάπου άλλου» και που η δική μου πραγματικότητα, τουλάχιστον αυτή σε τούτο το δωμάτιο, δεν επηρέαζε ουδόλως τη δική του. Ξεθάρρεψα και μπήκα στο δωμάτιο κάνοντας σαν παιδί που ανακάλυψε έναν κουβά με πολύχρωμους βόλους, τους έχυσε στο πάτωμα και παίζει με αυτούς. Άπλωσα το χέρι κι έπιασα ένα σώμα με δαχτυλίδια σαν του Κρόνου, έπιασα τρόπος του λέγειν, πώς να πιάσεις έναν αντικατοπτρισμό; Μια εικόνα που είναι και δεν είναι; Άνοιξα τα χέρια και «πέταξα» μέσα στο σύμπαν, αγκάλιασα μαύρες τρύπες, χάιδεψα τις σπείρες κάποιου γαλαξία, έβαλα την καρδιά μου εκεί που έσκαγε ένα σουπερνόβα και μπήκα ανάμεσα σε δυο γαλαξίες που βρίσκονταν σε τροχιά σύγκρουσης.
Δεν ξέρω μετά από πόση ώρα παιχνίδι πρόσεξα ότι οι κινήσεις μου, τουλάχιστον κάποιες από αυτές, επηρέαζαν την εικόνα γύρω μου αλλά χρειάστηκα μόλις λίγα λεπτά για να καταλάβω ότι μπορούσα να ελέγξω την προβολή με χειρονομίας, πολλές από τις οποίες έρχονται από τη χρήση των κινητών τηλεφώνων κάποιας εποχής: ανοίγω τα χέρια από μέσα προς τα έξω και ζουμάρω, «πιέζω» κάπου, συγκρατώ, σύρω κι αποθέτω, συγκλίνω τα χέρια και ξεζουμάρω. Σύντομα κατάφερα να έχω ακόμα και την εικόνα ενός πλανήτη ή μέρος αυτού να γεμίζει το δωμάτιο ή να τρέχω στην επιφάνειά του. Προσπάθησα να κάνω το ανάποδο, να «ανοίξω» το οπτικό μου πεδίο όσο περισσότερο μπορούσα, να χωρέσω όλο το σύμπαν στο μικρό εργαστήριο αλλά μου ήταν φοβερά δύσκολο. Οι ομάδες σωμάτων, οι μικρές γειτονιές γαλαξιών έμοιαζαν να απομακρύνονται ταχύτατα από αυτό που θα μπορούσε να ονομάσει κανείς «κέντρο» του σύμπαντος. Όσο περισσότερο μεγάλωνα τον παρονομαστή στην κλίμακα, τόσο η ταχύτητα απομάκρυνσης έδειχνε να μεγαλώνει. Το σύμπαν μεγάλωνε και μεγάλωνε ταχύτατα. Μα ναι! Το σύμπαν διαστελλόταν και μου ήταν αδύνατο να παρακολουθήσω αυτή τη διαστολή! Αντίθετα, μου ήταν ευκολότερο να παρατηρώ μικρές περιοχές, βοστρύχους γαλαξία ή ηλιακά συστήματα ή καλύτερα μεμονωμένους πλανήτες από αυτούς που βρίσκονται κατά δισεκατομμύρια προς κάθε κατεύθυνση. Τελικά, αν βρίσκεσαι στο σωστό σημείο, αν στέκεσαι στη σωστή θέση σε σχέση με το αντικείμενο που παρατηρείς, αν έχεις το ανάλογο μέγεθος και αρκετό χρόνο στη διάθεσή σου, το σύμπαν έχει ελάχιστα μυστικά που να μη μπορεί να σου αποκαλύψει.
Έχοντας το κεφάλι μου γεμάτο πληροφορίες, κι έχοντας παίξει με τον Κόσμο για πολύ ώρα, ξάπλωσα στο πάτωμα, άνοιξα τον ορίζοντα μικραίνοντας την κλίμακα όσο πιο πολύ άντεξαν τα χέρια μου να εκτελούν την κατάλληλη χειρονομία κι έκατσα εκεί να απολαμβάνω το μοναδικό θέαμα. Ένα αστέρι με πλησίαζε γρήγορα και μεγάλωνε αφύσικα μέχρι που ήρθε κι έσκασε σχεδόν μπροστά στο πρόσωπό μου κι ήταν αυτή η ξαφνική έκρηξη φωτός σαν να φώτισε τα πάντα γύρω μου. Πετάχτηκα όρθιος. Μα ναι! Ο χρόνος και η σχετικότητα, το μέγεθος, η βαθμονόμηση του μοντέλου, το σύμπαν μεγάλωνε υπερβολικά γρήγορα, ο σχετικός χρόνος ποιος ήταν; έπρεπε να ψάξω το Ευαγγέλιο του Ευάγγελου, το ρολόι, το ρολόι που μετρούσε ανάποδα μετρούσε το τέλος του σύμπαντος; Πως όμως; Πως το υπολόγισε; ‘Έπρεπε να ψάξω τα χαρτιά.
- 00:000:03:19:31:114
Βγήκα στη μικρή αίθουσα με τις οθόνες κι άνοιξα γρήγορα τις σημειώσεις του Ευάγγελου. Δεν άργησα να βρω ότι μια από τις βασικές παραδοχές που είχαμε κάνει όταν στήσαμε το μοντέλο ήταν ότι η σχετικότητα του δικού μας χρόνου και αυτού του μοντέλου θα είναι ένα προς ένα δισεκατομμύριο. Αυτό σημαίνει ότι ένας χρόνος δικός μας, με εμάς ως ακίνητους παρατηρητές, θα αντιστοιχεί σε ένα δισεκατομμύριο χρόνια στο συμπαντικό μας μοντέλο. Έπιασα το κομπιουτεράκι κι ένα στυλό από την τσάντα μου, σημειώνοντας στο περιθώριο μιας σελίδας:
Ένας  χρόνος δικός μας αντιστοιχεί σε ένα δισεκατομμύριο χρόνια στο μοντέλο, άρα μια ημέρα μας αντιστοιχεί σε 2.739.726, μια ώρα σε 114.155, ένα λεπτό σε 1.903 ενώ 32 χρόνια, μια γενιά δηλαδή,  διανύονται σε ένα δευτερόλεπτο! Το σύμπαν μας, το σύμπαν του Ευάγγελου τρέχει και τρέχει πολύ γρήγορα. Κοίταξα έντρομος τα δευτερόλεπτα να πέφτουν ταχύτατα στην αντίστροφη μέτρηση που ακόμα δεν ήξερα τι μετρούσε.
Διάβαζα γρήγορα τις σημειώσεις, πότε διαγώνια, πότε με λεπτομέρειες μην και ανακαλύψω κάτι, μέχρι που το είδα μπροστά μου: στην αρχή κάθε σημείωσης υπήρχε ημερομηνία και πηγαίνοντας αντίστροφα, διαπίστωσα ότι έχουν περάσει σχεδόν δεκαπέντε χρόνια, δεκατέσσερα, οχτώ μήνες και τρεις ημέρες για την ακρίβεια από την στιγμή που ο Βαγγέλης έτρεξε το μοντέλο και ξεκίνησε την περιπέτεια του σύμπαντος κόσμου. Μα ναι! Πως δεν το κατάλαβα; Το ρολόι σημαδεύει τη στιγμή που ο χρόνος του μοντέλου θα διασταυρωθεί με τον δικό μας. Το σύμπαν μας εκτιμάται ότι υπάρχει για λίγο λιγότερα από 15 δισεκατομμύρια χρόνια πάνω κάτω, το σύμπαν του Ευάγγελου μετρά σχεδόν δεκαπέντε χρόνια ζωής και σε τρεις ώρες από τώρα, το είδωλο θα προσπεράσει την πραγματικότητα. Κάθε δευτερόλεπτο από εκεί και μετά θα είναι ματιά στο σχετικό μέλλον κι αν υπάρχουν ομοιότητες ή ταυτόσημες πορείες ανάμεσα στους δυο κόσμους, ανάμεσα στον πραγματικό και στο είδωλο, τότε κάθε θετικό δευτερόλεπτο θα είναι αποκάλυψη του μέλλοντος του δικού μας σύμπαντος!
Ένοιωσα ενθουσιασμένος! Ήθελα να βγω έξω, να φωνάξω, να κλάψω, να αγκαλιάσω ανθρώπους αλλά δεν μπορούσα να μιλήσω, τουλάχιστον όχι ακόμα, τουλάχιστον όχι μέχρι να γνωρίζω τι και πως θα ανακοινώσω, έπρεπε να βιαστώ είχα πολύ δουλειά μπροστά μου και χρειαζόμουν βοήθεια. Μόνος μου δεν θα κατάφερνα πολλά πράγματα, σχεδόν τίποτα.
Η απόσυρση του βάρους της αντίστροφης μέτρησης απελευθέρωσε το μυαλό μου και μ’ έκανε να συνειδητοποιήσω ότι πεινάω. Κλείδωσα με τη σειρά τις πόρτες και ήρεμος καβάλησα τη μηχανή ως το μπεργκεράδικο κοντά στο Πανεπιστήμιο όπου πηγαίναμε κάποιες φορές με τον Ευάγγελο. Πρόσεξα ότι κάθε φορά πια που το μυαλό μου «τρέχει» σε αυτόν, δεν είναι Βαγγέλης αλλά Ευάγγελος. Πότε συνέβη αυτή η αλλαγή; Υποθέτω σήμερα, ναι σήμερα, κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της ανακάλυψης του μεγαλείου του σύμπαντος.
Γέμισα ένα δίσκο με πατάτες τηγανητές, διπλό μπέργκερ με μπέικον και μισό λίτρο κόλα. Το μαγαζί ήταν άδειο και η μουσική που κάλυπτε το χώρο ήταν ιδανική για να αφήσει κάποιος το μυαλό του να ταξιδέψει. Κοιτούσα αφηρημένος τον δίσκο μου και είχα έντονη την αίσθηση ότι κάτι δεν ταίριαζε, κάτι δεν ήταν «όπως πρέπει». Μα φυσικά! Η κόλα! Πάντα μπίρα έπαιρνα και πάντα ο Ευάγγελος γκρίνιαζε. Είναι πραγματικά παράξενο πως «αισθανόμαστε» το λάθος πριν καν το συνειδητοποιήσουμε, σαν ένα deja vu ορθότητας να βάζει σε λειτουργία ένα πρόωρο σύστημα συναγερμού που μας κρατά σε εγρήγορση, να όπως αυτό με τη μπίρα ή ετούτο πάλι που ο θάνατος του Ευάγγελου κάπου δεν κολλούσε, δεν ταίριαζε. Είχε «στήσει» το σύμπαν εδώ και σχεδόν δεκαπέντε χρόνια. Το μελετούσε ολομόναχος, δεν είχε μιλήσει σε κανέναν και ξαφνικά, τρεις μέρες πριν μέσα στα άγρια μεσάνυχτα ένοιωσε την ανάγκη να μου μιλήσει; Γιατί; Τι συνέβη ώστε να αλλάξει έτσι άρδην; Τι ήταν εκείνος ο χείμαρρος ακατάληπτων λέξεων που ξεπηδούσαν μέσα από την τηλεφωνική μας γραμμή εκείνο το μοιραίο βράδυ, εκείνη η κλιμακούμενη έξαψη που τελικά τον οδήγησε στην ανακοπή; Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να θυμηθώ.
Έφαγα χωρίς ιδιαίτερο κέφι κι επέστρεψα στο εργαστήριο με μια αίσθηση ανικανοποίητου. Στάθηκα στον μικρό χώρο όπου η καρδιά του φίλου μου είχε σταματήσει, δύο μέρες πριν. Κάτι είχε ανακαλύψει που τον συγκλόνισε. Προσπάθησα να θυμηθώ τα λόγια του αλλά δεν έβγαλα νόημα και τότε θυμήθηκα το σημείωμα που είχα βγάλει από το χέρι του. Που το είχα; Α, νάτο! Στην κωλότσεπη! Το ξεδίπλωσα προσεκτικά και τώρα όλα ήταν καθαρά. Κάτω από το φως των όσων έμαθα από χτες το βράδυ μέχρι τώρα, όλα είχαν ένα νόημα. Οι αριθμοί και οι ισότητες ήταν οι υπολογισμοί του χρόνου, κάπου είχε σημειώσει καινοζωικός και αναφερόταν στον γεωλογικό αιώνα που διαρκεί περίπου 70 εκατομμύρια χρόνια ή 25 ημέρες αντίστοιχα στο σύμπαν του Ευάγγελου. Είναι προφανές ότι ο Ευάγγελος έψαχνε ζωή, μα που; Στο εικονικό σύμπαν; Κι αν τη βρήκε; Μήπως αυτό ήταν τελικά εκείνο που τον σκότωσε; Τότε αποκτούν νόημα και τα όσα ακατάληπτα μου έλεγε για αμαρτίες και θεούς και σύμπαντα λίγο πριν πεθάνει. Αλλά, αλήθεια, ακόμα κι αν βρήκε ζωή, σε ποιο σημείο του χάους θα έπρεπε να ψάξω για να την ανακαλύψω; Που θα έπρεπε να κοιτάξω;
Είμαι βέβαιος ότι ο Βαγγέλης, αν είχε ανακαλύψει ζωή θα είχε φροντίσει να καταγράψει τη θέση του ουράνιου σώματος στο οποίο τη βρήκε και έτσι ξεκίνησα να ψάχνω στα χαρτιά που βρήκα πεταμένα γύρω του τη μοιραία βραδιά. Σύντομα, είχα καταφέρει να βρω τα πάντα. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Ευάγγελου, από τη θέση «ηρεμίας» της προβολής του σύμπαντος, τη στιγμή που ο χρόνος θα γινόταν μηδέν, ο πλανήτης στον οποίο είχε ανακαλύψει ζωή, θα βρισκόταν στο επίπεδο που ορίζεται από την γραμμή που ενώνει την τρίτη λάμπα της δεύτερης σειράς με το τέταρτο παράθυρο από την πόρτα και την κάθετη προβολή της στο δάπεδο. Το έγραφε εξάλλου και το σημείωμα στο χέρι που νόμιζα ότι ήταν απλά μια σημείωση για να αλλάξει μια λάμπα.
- 00:000:00:49:22:001
Μπήκα με φόρα στην μικρή αίθουσα κι έπειτα στο ολόγραμμα χωρίς να φροντίσω να κλείσω καμιά πόρτα και αφού βρήκα τα σημάδια, χάραξα την πορεία μου. Πρώτα έψαξα για ηλιακά συστήματα σε γειτονιές αστέρων που ταιριάζουν στα γήινα κριτήρια μου κι έπειτα άρχισα να «σκαλίζω» πλανήτες και πλανητοειδείς. Ήταν μια επίπονη και χρονοβόρα διαδικασία. Στην αρχή έψαχνα λεπτομέρειες, αναζητούσα ζωή που μπορεί να κρύβεται σε νερό ή σε πάγους ή ίχνη που να φανερώνουν ζωή. Γρήγορα κατάλαβα ότι έτσι δεν θα έφτανα πουθενά και άρχισα να ψάχνω μόνο τα εμφανή σημάδια. Ίδρωσα, αγχώθηκα, πανικοβλήθηκα, γονάτισα, σύρθηκα, ξανασηκώθηκα ώσπου, ώρα μετά, κάπου χαμηλά, σχεδόν 60 πόντους από τον τοίχο και μόλις τριάντα από το δάπεδο είδα μια ομάδα πλανητών γύρω από έναν κατακίτρινο ήλιο να χορεύει ακολουθώντας τόσο οικεία σ’ εμένα βήματα που αμέσως και χωρίς να έχω καμιά ένδειξη ακόμα ήξερα ότι εκεί, σ’ εκείνον τον κόκκο σκόνης, εκεί, να, εκεί! βρίσκεται η ζωή που ψάχνω. Πλησίασα, εστίασα και ζούμαρα προσεκτικά και είδα μπροστά μου να ξεδιπλώνεται το θαύμα. Σ’ έναν γαλάζιο πλανήτη τριγυρισμένο από λευκά σύννεφα και καλυμμένο στο μεγαλύτερο μέρος του με νερό, μπόρεσα να δω μια επιφάνεια να αλλάζει με ταχύτατους ρυθμούς, γεμάτη με πράσινα φυτά και ρέοντα ύδατα και σημάδια της παρουσίας ζώντων οργανισμών και … ίσως δείγματα παρουσίας ανθρώπων, έργα ανθρώπων τόσο εφήμερα και τόσο εφήμερων που δύσκολα μπορούσα να δω τους ίδιους αλλά μάντευα την παρουσία τους. Παρ’ ότι ζούμαρα ως την επιφάνεια, η σχετικότητα του χρόνου και η ταχύτητα μεταβολής του περιβάλλοντος δεν μου επέτρεπε να αντιληφθώ λεπτομέρειες αλλά η ζωή ήταν εδώ, δονούμενη, αναπτυσσόμενη, ανθούσα.
Σηκώθηκα έντρομος. Το περίμενα αλλά δεν μπορούσα να διαχειριστώ το γεγονός. Πισωπάτησα αργά, και βγήκα στο χολ.  
- 00:000:00:08:47:661
Ένοιωθα τα γόνατά μου κομμένα, το στομάχι μου κόμπο και το κεφάλι μου να γυρίζει σαν σβούρα. Το αίσθημα του κενού, ανάμικτο με φόβο, θαυμασμό, δέος, απορία μ’ έκαναν να νοιώθω άρρωστος. Απλά. Αναζήτησα με τα μάτια την καρέκλα και σωριάστηκα πάνω της. Πόση ώρα στεκόμουν εκεί, ακίνητος; Πόση ώρα τα μάτια μου ήταν καρφωμένα στην πόρτα με το αρμέ τζάμι στο μικρό παράθυρο; Μηχανικά, κοίταξα το ρολόι της αντίστροφης μέτρησης. Μόλις 3 λεπτά! Έκλεισα τα μάτια μου μήπως μπορέσω να βάλω σε μια τάξη όλα όσα περνούσαν σαν αστραπές από το νου μου. Μια βρύση έσταζε κάπου κοντά, κάποια πόρτα χτυπούσε ρυθμικά παγιδευμένη σε μόνιμο ρεύμα αέρα, το ρολόι τοίχου πάνω απ’ το κεφάλι μου ανακοίνωνε τα λεπτά, ένα τηλέφωνο κουδούνιζε στο βάθος.
Μπήκα ξανά στο δωμάτιο, πλησίασα και ζούμαρα στον πλανήτη μου. Τώρα πια η παρουσία ανθρώπων ήταν παραπάνω από εμφανής. Έκατσα κι έβλεπα την ιστορία να δημιουργείται σε γρήγορη κίνηση. Στην αρχή μικροί οικισμοί, έπειτα μεγαλύτεροι, και πιο πολύπλοκες κατασκευές κι αν ζούμαρα αρκετά, σκιές σε πολύ γρήγορη ταχύτητα να εμφανίζονται και να χάνονται και να πολλαπλασιάζονται. Θυμήθηκα τη σχέση, κάθε λεπτό δικό μας σχεδόν δυο χιλιάδες χρόνια δικά τους. Δικά τους. Ποιών; Αυτών εκεί κάτω, τριάντα εκατοστά από το δάπεδο κι εξήντα από τον τοίχο. Σ’ εκείνο τον κόκκο άμμου. Το στομάχι μου δεν άντεξε, γύρισα κι έκανα εμετό. Έτρεξα έξω. Άραγε σκέφτονται, αισθάνονται, αγαπούν, πονούν, ελπίζουν; Το σίγουρο είναι ότι ζουν και πεθαίνουν, δημιουργούν άρα ονειρεύονται. Μα, φτιάχνουν ζωή τα ηλεκτρονικά κυκλώματα; Αδύνατο να το διαχειριστώ, θα χρειαστώ χρόνο, πολύ χρόνο. Και μπίρες, ναι, μπίρες.
- 00:000:00:01:16:031
  Τι είχαμε κάνει; Σε λιγότερο από ένα λεπτό θα έμπαινα στο μέλλον. Σε δυο ώρες θα ήξερα το μέλλον σε βάθος διακοσίων χιλιάδων χρόνων, αύριο τέτοια ώρα θα βρισκόμουν δυο εκατομμύρια χρόνια βαθιά στο αύριο. Έτρεξα ξανά μέσα, έσκυψα πάνω από τη μικρή μου σφαίρα, υπήρχαν ήδη κατασκευές στον αέρα γύρω από τον μικρό πλανήτη. Τα μάτια μου θόλωσαν, βγήκα ξανά έξω. Κανείς μα κανείς δεν δικαιούται τέτοια γνώση, σκέφτηκα, κανείς δεν μπορεί να διαχειριστεί τέτοια αλήθεια. Κανείς δεν μπορεί να παραστήσει το θεό ενώ δεν έχει το σθένος, την συναισθηματική ωριμότητα, τη δύναμη να το κάνει.
- 00:000:00:00:36:117
Έκλαιγα, ούρλιαζα, χτυπιόμουν, το ρολόι απειλητικά πλησίαζε στο μηδέν, ετοιμαζόταν να αναδυθεί από τα βάθη του παρελθόντος στο άγνωστο του μέλλοντος, να φύγει από αυτό που ήταν και δεν είναι πια, από αυτό που μπορεί να μη γνωρίζουμε ακριβώς τη διαδρομή του αλλά ξέρουμε την κατάληξή του, κι αυτή είμαστε εμείς και όσα μας περιβάλουν και είμαστε εδώ και είναι τώρα, σε αυτό που δεν ξέρουμε ούτε τι είναι ούτε πως. Στο εντελώς άγνωστο και σαν πορεία και σαν κατάληξη. Κάθε δευτερόλεπτο φέρνει μια γνώση το βάρος της οποίας κανένας άνθρωπος δεν μπορεί και δεν πρέπει να σηκώσει πριν την κατάλληλη ώρα και με τον κατάλληλο ρυθμό. Πόσο μάλλον εγώ. Γιατί Βαγγέλη, γιατί ρε Βάγγο, γιατί μου τόκανες αυτό; Χτύπησα με δύναμη τη γροθιά μου στον πάγκο του γραφείου. Ξανά και ξανά και ξανά μέχρι που οι αρθρώσεις μου μάτωσαν.
- 00:000:00:00:9:099
Σήκωσα το κεφάλι αλαφιασμένος. Τα μάτια μου ήταν κατακόκκινα, το ένοιωθα, στα γένια μου υπήρχαν σημάδια από τον εμετό, τα χαρακτηριστικά μου είχαν τραβηχτεί από τον τρόμο, την οργή και τον πόνο, τα μαλλιά μου ήταν ανακατεμένα και πετούσαν προς κάθε κατεύθυνση, σαν φίδια που φυτρώνουν από κεφάλι μέδουσας αλλά όλο μου το παρουσιαστικό έδειχνε μια τρομακτική, μια ζωώδη, μια υπερφυσική κι απάνθρωπη αποφασιστικότητα. Κοίταξα γύρω μου, βρήκα τον ηλεκτρικό πίνακα, τον πλησίασα, άνοιξα την πόρτα κι έπιασα τον κεντρικό διακόπτη.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Συνήθιζαν να κάθονται στις αναπαυτικές πολυθρόνες, στη μεγάλη βεράντα που βλέπει στη θάλασσα τις νύχτες χωρίς φεγγάρι και να κοιτούν την μαγευτική απεραντοσύνη του ουρανού με τον τεράστιο πλούτο των ουράνιων σωμάτων και τα τόσα μυστήρια. Συνήθιζαν επίσης να διαφωνούν για την προέλευση αυτής της ομορφιάς. Εκείνη επέμεινε για την ύπαρξη θεού ο οποίος συνειδητά σχεδίασε τα πάντα κι επέβλεπε την εξέλιξή τους χωρίς να παρεμβαίνει παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Εκείνος ήταν βέβαιος ότι όλα ήταν αποτέλεσμα τύχης και ότι ο μόνος θεός είναι η φύση και οι ίδιοι είναι παιδιά της φύσης άρα θεοί· κι οι δυο ήξεραν ότι κανενός από τους δύο η ζωή δεν θα ήταν αρκετή για να μάθουν ποτέ την αλήθεια. Ίσως τα παιδιά τους ή τα παιδιά των παιδιών τους, ίσως κάποιοι άλλοι άνθρωποι, πιο έξυπνοι και πιο προοδευμένοι από αυτούς σε κάποια από τα εκατομμύρια των εκατομμυρίων άστρα να πλησίαζαν συντομότερα την αλήθεια. Ήταν τότε που τα ποτήρια γέμιζαν για δεύτερη φορά και η ένταση των συζητήσεων περνούσε από το μυαλό στο σώμα και ο ηλεκτρισμός γινόταν ερωτική έλξη και ήταν ακριβώς τότε που εκείνος της έλεγε «αγάπη μου, πάμε να χτίσουμε την προσωπική μας αιωνιότητα» κι εκείνη τη στιγμή, αυτή σηκωνόταν κι έκανε ένα βήμα προς το μέρος του απλώνοντας το χέρι της· εκείνη τη στιγμή της προσμονής της απερίγραπτης ευτυχίας.... 

Τι είναι στιγμή στο χρόνο; Σε τι διαφέρει η στιγμή σε ένα σύμπαν όπου ένα κλάσμα του δευτερολέπτου είναι ένα κλάσμα του δευτερολέπτου από ένα άλλο όπου ένα κλάσμα του δευτερολέπτου ισοδυναμεί με 116 ημέρες; Η στιγμή δεν είναι χρόνος, είναι μια ρωγμή στη συνέχεια, μια χαρακιά χωρίς διαστάσεις, ένα σκίσιμο στο πέπλο του σύμπαντος όπου η διάρκεια δεν ορίζεται. Αυτή τη ρωγμή συνάντησε το χέρι της κι έμεινε μετέωρο και την επόμενη στιγμή δεν υπήρχε τίποτα, απολύτως τίποτα και την αμέσως προηγούμενη υπήρχαν τα πάντα. Κι ήταν εκείνη η ρωγμή σαν ένα χέρι που κατεβάζει έναν διακόπτη και σβήνει το φως του Κόσμου.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Στεκόμουν με απλωμένο το χέρι και ζητούσα λίγα κέρματα να αγοράσω μια μπίρα. Δεν πείραζα κανέναν, ζητούσα λίγα κέρματα να αγοράσω μια μπίρα. Παρέες από πιτσιρικάδες μου φέρνανε κουτάκια και μ’ έβαζαν να τους λέω την ιστορία του θεού Ευάγγελου και της μυστηριώδους Μαρίας Μανταλένας που τον καθάριζε, για το ιερό βιβλίο με τις διακόσιες τριάντα έξι συν μια σελίδες, για τον σατανά με τα κόκκινα μάτια και τα φίδια στα μαλλιά που μπήκε στο σώμα μου για να καταστρέψει τον κόσμο εκμεταλλευόμενος την προσωρινή απουσία του Ευάγγελου που μόνο τρεις μέρες έλειψε, είχε ανέβει για λίγο στον ουρανό να πάρει οδηγίες, αλλά δεν πρόλαβε να γυρίσει έγκαιρα, για τους καλούς κυρίους που με περιμάζεψαν και με φροντίζουν εδώ, πίσω από αυτά τα ψηλά κάγκελα. Τις περισσότερες φορές γελούσαν και γελούσα κι εγώ μαζί τους, άλλες με έλουζαν με μπίρα και πάλι γελούσαν και γελούσα κι εγώ μαζί τους μέχρι αργά το απόγευμα που έμπαινα στο δωμάτιό μου πριν πέσει ο ήλιος και δεν κοίταζα ποτέ στον ουρανό, ποτέ, ποτέ εκεί που πλέουν οι βόλοι των θεών που παίζουν με τις ζωές μας.

Έξοδος

Κάπου σε κάποιο ηλεκτρικό κύκλωμα, σε κάποιο ταπεινό μαγνήτη, η ανάμνηση μιας ζωής και μιας εξέλιξης ένα αχνό αποτύπωμα πολιτισμού περιμένει τη στιγμή να εμφανιστεί στο μέλλον σαν μαζική ανάμνηση, σαν ένστικτο, σαν συνείδηση της ύπαρξης, σαν deja vu σε έναν καινούργιο αντικατοπτρισμό, σε μια νέα προβολή ενός εικονικού κόσμου και να αποτελέσει την έμπνευση για τη συγγραφή μιας νέας κοσμογονίας αντάξιας του μεγαλείου των ανθρώπων και των θεών τους. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου