Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Τίποτα


Η ατμόσφαιρα ήταν κρυστάλλινα διαυγής. Φυσούσε ένα ελαφρύ αεράκι που κατέβαζε ανεπαίσθητα τη θερμοκρασία από το ιδανικό, πράγμα συνηθισμένο και για την εποχή και για το μέρος. Ο ήλιος βρισκόταν κάπου πίσω και αριστερά μου, έχοντας διανύσει το ένα τρίτο της πορείας του στον ουρανό μιας άνοιξης που πλησίαζε στο τέλος της ή ενός καλοκαιριού που είχε ήδη ξεκινήσει - ποιος αλήθεια νοιάζεται; Μπροστά μου απλωνόταν η βαθιά χαράδρα του ποταμού στην οποία τώρα πια κελάρυζε ένα μικρό ρυάκι, καθώς ο κύριος όγκος του νερού είχε φυλακιστεί στο μεγάλο οροπέδιο, σχηματίζοντας την ομορφότερη ορεινή τεχνητή λίμνη που έχω δει ποτέ μου. Ίσως να μην είμαι αντικειμενικός γιατί βρίσκομαι στον τόπο μου, στη δική μου μικρή πατρίδα. Στεκόμουν όρθιος, πάνω στην κουπαστή του τοιχίου που περικλείει το δρόμο ο οποίος στεφανώνει το ψηλό φράγμα, με τα χέρια πεσμένα στο πλάι, σε μια στάση ολικής παραίτησης και ακλόνητης αποφασιστικότητας ταυτόχρονα. Κοίταξα κάτω, χαϊδεύοντας με τα μάτια μου το χάος ανάμεσα στις μύτες των παπουτσιών μου, πράγμα εξαιρετικά τολμηρό για κάποιον που πάσχει μια ολόκληρη ζωή από υψοφοβία. Δεν ξέρω, άραγε διαλέγουν όλοι τόπους οικείους να τελειώσουν τη ζωή τους;
Τι σημασία έχει αλήθεια ο φόβος για κάποιον που είναι αποφασισμένος να πεθάνει; Ο φόβος είναι ανεξάρτητος, αυτόβουλος, παντοδύναμος, είναι αρρώστια που απλώνεται, επεκτείνει την κυριαρχία του και επιβεβαιώνει την κατοχή και τον έλεγχό του με κάθε τρόπο και σε κάθε ευκαιρία· το έχω διαπιστώσει πολλές φορές τους τελευταίους έξι μήνες που πέρασαν από τη Νύχτα Που Άρχισαν Και Τελείωσαν Όλα. Ο φόβος τρέφεται με τη ζωή και την αποσυνθέτει ταυτόχρονα. Την κατατρώει για να μεγαλώσει κι ύστερα εγκαταλείπει το δοχείο της αναζητώντας καινούργιο ξενιστή. Το δικό μου δοχείο ήταν έτοιμο να διανύσει τα σχεδόν ενενήντα μέτρα που χωρίζουν την κουπαστή με το ρυάκι που ρέει εκεί κάτω, ανάμεσα σε παγωμένα και κοφτερά βράχια.
~~~~~~~~
Ήταν μια επιτυχημένη χρονιά και ήμουν, δικαίως, ιδιαίτερα ικανοποιημένος γι’ αυτό. Δυο χρόνια πριν, τρεις άνθρωποι σε ένα ισόγειο γραφείο σε κάποιο σκοτεινό δρομάκι της πρωτεύουσαςξεκινούσαμε μια πορεία σε ένα δύσκολο και αφιλόξενο επιχειρηματικά και οικονομικά περιβάλλον, και να που σήμερα, ύστερα από μερικά καλά συμβόλαια, πολλή δουλειά, επιμονή και υπομονή, είμαστε εδώ, έχοντας στα πόδια μας, κάτω από την μεγάλη τζαμαρία που αγκαλιάζει τα γραφεία, την κεντρική πλατεία της πόλης γιορτινά φωταγωγημένη και σφύζουσα από ζωή, λόγω της ημέρας. Χαμογελούσα από ευτυχία - γιατί να το κρύψω; - κοιτάζοντας τα 28 άτομα του προσωπικού και των συνεργατών με τους συνοδούς και τις οικογένειές τους να μετρούν ανάποδα με γέλια και ενθουσιασμό, όσο το μεγάλο ρολόι χτυπούσε τα δευτερόλεπτα για την αλλαγή του χρόνου. Σκεφτόμουν ότι μας περίμενε μια καλύτερη, πολύ καλύτερη χρονιά, όλα συνηγορούσαν υπέρ τούτου. 
- Έξι, πέντε, ακουγόταν από τη μεγάλη σάλα ενώ στεκόμουν στο διάδρομο, μπροστά στον πίνακα με το χέρι στο κεντρικό διακόπτη για το παραδοσιακό σβήσιμο και άναμμα των φώτων, τον απόλυτο συμβολισμό της αναγέννησης.
- … τρία, δύο, ένα, μέτρησα την ανάσα ανάμεσα στο ένα και στην αλλαγή του χρόνου, έκλεισα τα μάτια και φανταζόμουν τον δείκτη να διανύει την απόσταση του ενός εκατοστού από το 59 στο 00 και κατέβασα τον κεντρικό διακόπτη.
Το «κλίκ» του πλαστικού καθώς απομάκρυνε τη μια από την άλλη τις επαφές, διακόπτοντας τη ροή των ηλεκτρονίων, ακούστηκε σαν μέσα από ένα ακουστικό καλειδοσκόπιο. Στα κλάσματα του δευτερολέπτου, μέχρι να επαναφέρω στη θέση του τον μικρό μοχλό, άκουσα και αισθάνθηκα μια έρπουσα και διάχυτη αναταραχή, ένα θόρυβο από γυαλιά που σπάνε κι ένιωσα μια περίεργη ζάλη, ένα βουητό στ’ αυτιά μου και μια πίεση στη βάση του κρανίου μου που απλώθηκε σαν αστραπή από εκεί ως το εμπρόσθιο τμήμα του εγκεφάλου μου, πίσω ακριβώς από τα μάτια, προκαλώντας μου έναν οξύ πόνο που ήρθε κι έφυγε το ίδιο απότομα και που άφησε πίσω του ένα σφίξιμο στα χαρακτηριστικά του προσώπου. Άνοιξα τα μάτια μου.
Τίποτα. Τα έκλεισα και τα άνοιξα ξανά. Τίποτα. Το μυαλό αργεί να κατανοήσει το ακατανόητο. Αργεί να αποδεχτεί το μη αποδεκτό, το πέρα από το συνηθισμένο, το ακραία παράλογο. Το τίποτα είναι μια μη αποδεκτή πραγματικότητα. Το τίποτα δεν πρέπει να είναι άρα δεν είναι, φωνάζει το μυαλό αλλά τα μάτια επιμένουν σε αυτό που βλέπουν: τ ί π ο τ α. Η βίαιη σύγκρουση ανάμεσα στη λογική και την πραγματικότητα των αισθήσεων επανέφερε τον έντονο πόνο στο εμπρόσθιο μετωπιαίο τμήμα του εγκεφάλου μαζί με ένα κύμα αρχέγονου καθαρού, ογκούμενου  φόβου.
Το δωμάτιο ήταν το ίδιο όπως μερικά δευτερόλεπτα πριν: τα γραφεία γεμάτα χαρτιά, μερικά τραπέζια ενωμένα μπροστά στη τζαμαρία, στρωμένα με λευκά τραπεζομάντιλα και γεμάτα φαγητά και ποτά, παντού ποτήρια, άδεια, γεμάτα ή πεσμένα στο πάτωμα δίπλα σε πιάτα και πολύχρωμα χάρτινα καπέλα, ένα κινητό με την οθόνη φωτισμένη, η μεγάλη οθόνη της τηλεόρασης να δείχνει το δέντρο της πλατείας από κάτω. Μόνο που κανείς δεν είναι εδώ. Κανείς! Έτρεξα στο διάδρομο του κτιρίου των γραφείων, κανείς. Οι ανελκυστήρες ήταν ακίνητοι στον όροφό μας. Και οι δύο· επέστρεψα στα γραφεία μας. Τίποτα. Πήγα ως τη τζαμαρία. Η πλατεία ήταν φωτισμένη, η μεγάλη σκηνή - της οποίας έβλεπα την πλάτη - λουσμένη από προβολείς κι ανάμεσα τίποτα. Ο φόβος ανέβαινε σαν κύμα τεράστιο και με κατάπινε ταχύτατα, η ανάσα μου κοβόταν, τα πνευμόνια μου έκαιγαν, τα μάτια μου πλημμύριζαν με σιωπηλά δάκρυα καθώς κατέβαινα κατρακυλώντας τους έξι ορόφους ως το επίπεδο του εδάφους και ορμούσα στο δρόμο.
Αυτοκίνητα εγκαταλειμμένα με τα φώτα αναμμένα, μπλεγμένα σε κουβάρια, σταματημένα το ένα στο άλλο ή στα ρείθρα των πεζοδρομίων, σε κολώνες, τοίχους, περίπτερα, βιτρίνες, κι ανάμεσα τίποτα. Συναγερμοί ηχούσαν από άκρη σε άκρη της πόλης, όσο μπορούσε να συλλέξει η ακοή μου, φώτα έσχιζαν το σκοτάδι με αλλόκοτες ριπές και παντού, σαν ένα σεντόνι παραλογισμού, ένα ατέλειωτο τίποτα σαν το βαρύτερο καπάκι στον πλέον αποκρουστικό τάφο: ένας κόσμο χωρίς ανθρώπους. Κανείς δεν ήταν πουθενά. Μόνο το Τίποτα.
Γύρισα τρέχοντας στο γραφείο, ανέβηκα - δεν ξέρω πως - ως τον έκτο με τα πόδια ελπίζοντας ότι θα μπω στο γραφείο και όλα θα έχουν επιστρέψει στο κανονικό, μαγικά, όπως ακριβώς εξαφανίστηκε η κανονικότητα από τη ζωή μου. Μάταια. Ανέπνεα σαν φορτωμένο φορτηγό σε ανηφόρα, ο ιδρώτας έριχνε παγωμένα ποτάμια στη σπονδυλική μου στήλη, το κεφάλι μου βούιζε, η καρδιά μου χτυπούσε ακανόνιστα, νόμιζα ότι έχω τρελαθεί, βυθιζόμουν στο βασίλειο του παραλόγου, της παράκρουσης. Έπεσα κάτω με την πλάτη στον τοίχο, δεν μπορούσα να αναπνεύσω, πέθαινα.
Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε προσπαθώντας να ελέγξω τη δίνη που με κατάπινε με μικρές αναπνοές και αγώνα να μη σκέφτομαι. Θυμάμαι μόνο ένα τηλέφωνο στο χέρι μου κι εγω να καλώ κάποιον, οποιονδήποτε, όλους, δικό μου ή γνωστό ή άγνωστο, κοντινό ή μη. Μάταια. Μερικά τηλέφωνα χτυπούσαν κάπου γύρω μου, σε άλλα άκουγα τον τόνο κλήσης μέσα από το ηχείο του κινητού μου, τρίτα ήταν νεκρά αλλά κανείς δεν απαντούσε, πουθενά.
Κάποια στιγμή, σύρθηκα ως το δρόμο, έφτασα ως τον υπαίθριο χώρο στάθμευσης όπου νοικιάζαμε με το μήνα τρεις θέσεις, πήρα το αυτοκίνητό μου και πήγα ως το σπίτι μου. Απίστευτη ερημιά παντού, μια απόκοσμη ησυχία και ούτε ίχνος ανθρώπου πουθενά. Τα κανάλια της τηλεόρασης δεν έδειχναν τίποτα, κάποιοι ραδιοφωνικοί σταθμοί έπαιζαν τραγούδια από αυτόματες playlists αποθηκευμένες σε σκληρούς δίσκους, οι δρόμοι ήταν άδειοι και τα πάντα ακίνητα.
Τις επόμενες πολλές μέρες είχα καταφέρει να διανύσω χιλιόμετρα, αλλάζοντας αυτοκίνητα ή γεμίζοντας με καύσιμα στα διάσπαρτα βενζινάδικα. Το πρώτο χρονικό διάστημα ένιωθα άσχημα, σαν κλέφτης κι άφηνα παντού επαγγελματικές μου κάρτες με ευγενικές σημειώσεις «αναγκάστηκα να βάλω βενζίνη αξίας 50 ευρώ γιατί δεν βρήκα κανέναν να με εξυπηρετήσει. Παρακαλώ καλέστε με».  Ίσως από ανάγκη να διατηρήσω μια κανονικότητα, κάτι σαν άγκυρα με τη λογική κόντρα στο δυνατό ρεύμα προς το παράλογο. Ήταν η ίδια ανάγκη, η βαθιά ριζωμένη συνήθεια της νομιμότητας που δεν μου επέτρεπε να σπάσω πόρτα για να μπω σε μαγαζί, ακόμα κι αν έπρεπε να φάω. Τουλάχιστον τις πρώτες μέρες, μέχρι το ξέσπασμά μου που στην αρχή ήταν παιδιάστικα βίαιο: έμπαινα με το αυτοκίνητο μέσα από τις τζαμαρίες της βιτρίνας κι αφού έπαιρνα ότι ήθελα, έφευγα ουρλιάζοντας, βρίζοντας, γελώντας. Ήταν ο καιρός που χόρεψα με την τρέλα.  Σε κάποια στιγμή μετά τη Νύχτα Που Άρχισαν Και Τελείωσαν Όλα, το ηλεκτρικό ρεύμα σταμάτησε, το ίδιο και τα τηλέφωνα και κάθε γέμισμα στο ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου που χρησιμοποιούσα, γινόταν με μετάγγιση από ρεζερβουάρ άλλων.
Χρειάστηκε ένας μήνας για να συνειδητοποιήσω ότι το τίποτα δεν συμπεριλάμβανε μόνο τους ανθρώπους αλλά και τα ζώα και λίγες επιπλέον ημέρες για να προσθέσω στο τίποτα και τα έντομα. Για τα φυτά, έπρεπε να περάσει τρίμηνο για να ανακαλύψω ότι κανένα δέντρο δεν άνθισε, κανένα φυλλοβόλο δεν έβγαλε καινούργια φύλλα και στα αειθαλή άρχισαν να γίνονται φανερά τα σημάδια του θανάτου. Η άνοιξη δεν ήρθε ποτέ, μόνο η μέρα μεγάλωνε και η θερμοκρασία ανέβαινε. Ποιο το νόημα αλήθεια να συνεχίσει κανείς να κινείται σε έναν κόσμο ανατριχιαστικά σιωπηλό, παντελώς άψυχο, πρακτικά ανόρανο αν και επιστημονικά οργανικό;
Δεν θυμάμαι πότε άρχισα να γράφω και να μιλάω δυνατά. Μάλλον πρώτα να μιλάω μόνος μου και δυνατά κι ύστερα να γράφω. Το σωστό είναι άρχισα να συζητάω με πολλούς φίλους μου, και να διαφωνώ και να μαλώνω και να φωνάζω, να βρίζω. Στην αρχή θυμόμουν τα ονόματά τους, μετά τα ξέχασα και τους έλεγα όλους «ρε» ή «μαλάκα» ή «ρε μαλάκα». Τον χειρότερο από όλους, έναν αντιρρησία που ποτέ δεν συμφωνούσε μαζί μου και πάντα μου πήγαινε κόντρα και με αποκαλούσε τρελό και δειλό, τον αποκαλούσα «αρχίδι» γιατί ήταν ένα αρχίδι και μισό. Στο τέλος κουράστηκα να μαλώνω, λιγόστεψα τις συζητήσεις και έγραφα. Πολύ. Τώρα έχω στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου τριάντα έξι τετράδια σπιράλ των διακοσίων σελίδων γεμάτα με τις ιστορίες μου. Τις ιστορίες του Τίποτα από τη Χώρα του Πουθενά.
Περιπλανήθηκα πολύ και μακριά πριν αποφασίσω να επισκεφθώ το χωριό μου, να βυθιστώ στην παιδική μου ηλικία, να αναζητήσω τη ζεστασιά και τη σιγουριά της μήτρας της καταγωγής, να αναζητήσω τη γαλήνη στην οικειότητα των σχημάτων, των οριζόντων, όπως ήταν τότε, στις απαρχές της ύπαρξής μου, πριν η ζωή προσθέσει τις πολυπλοκότητές της· κι όσο βυθιζόμουν στην παιδική μου ηλικία τόσο αβάσταχτη γινόταν η ζωή μου και τόσο το μυαλό πλησίαζε σε τούτη ακριβώς τη στιγμή που βρίσκομαι σήμερα, σκαρφαλωμένος στο πεζούλι, μετέωρος στην άκρη του γκρεμού. Λίγο πριν φτάσω εδώ, είχα κάνει μπάνιο, είχα ξυριστεί, φόρεσα κάτι παλιομοδίτικα ρούχα, κούρεψα κακήν κακώς τα μαλλιά με ένα ψαλίδι που βρήκα στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, χτενίστηκα και να 'μαι. Μια αστεία φιγούρα στο στόμα της προσωπικής της αβύσσου. 
Κι έτσι απλά, χωρίς καμιά σκέψη, χωρίς καμιά απόφαση που σε μεταφέρει από το είναι στο μη είναι, όπως ανοιγοκλείνεις τα μάτια ή αναπνέεις, αφήνω το σώμα να γείρει μπροστά και να ταξιδέψει στον αραιό και λεπτό ανοιξιάτικο αέρα, κλείνω τα μάτια και περιμένω τη λυτρωτική συνάντηση με τα βράχια και το νερό.
Λένε ότι πεθαίνεις πριν πέσεις, από τον φόβο του επικειμένου θανάτου. Ο δικός μου ο φόβος είχε ήδη ηττηθεί γιατί δεν μου είχε μείνει ζωή να τον ταΐζω. Δεν υπήρχε λόγος πλέον να κρατάω τα μάτια μου κλειστά, τα άνοιξα ακριβώς τη στιγμή που ένιωσα το νερό σε απόσταση αναπνοής από το πρόσωπό μου.
~~~~~~
Η Λίλα στεκόταν από πάνω μου κι έριχνε νερό στο πρόσωπό μου. Ήταν χλωμή και τρομαγμένη.
- είσαι καλά; με ρώτησε; Τι συνέβη θεέ μου; Πως είσαι έτσι, τι ρούχα είναι αυτά, πότε άλλαξες;  Που πήγες; Τι έπαθες;
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα καθώς κοίταξα τους συνεργάτες μου να χορεύουν στη μεγάλη σάλα πάνω από τον ώμο της Λίλας, πίσω από την τζαμαρία που χώριζε το χολ όπου βρισκόταν ο κεντρικός ηλεκτρικός πίνακας
 Ήθελα να μιλήσω αλλά έκλαιγα, ήθελα να πω πολλά αλλά είπα μόνο «μαλάκα, ρε μαλάκα» καθώς κρατούσα σφιχτά το χέρι της Λίλας και την κοιτούσα βαθιά στο πρόσωπο κι έκλαιγα ασταμάτητα. Ύστερα όλα σκοτείνιασαν γύρω μου. Ύστερα και αυτή στιγμή πέρασε στη λήθη του ασυνείδητου, στους απέραντους ωκεανούς του ονείρου.

~~~~~~~
Ο Mahesh Chander ήταν ικανότατος προγραμματιστής αλλά ενθουσιώδης, εγωιστής και αλαζόνας με την αλαζονεία της επίγνωσης της ευφυΐας του. Γνώριζε πολύ καλά ότι οι αναβαθμίσεις δοκιμάζονται πρώτα σε offline πλήρως λειτουργικούς κλώνους των παιχνιδιών κι έπειτα, σε νεκρό χρόνο αντικαθιστούν τους υπάρχοντες. Οι παίκτες δεν επηρεάζονται ουδόλως από την αναβάθμιση η οποία τις περισσότερες φορές εκδηλώνεται στιγμιαία ως μια μικρή καθυστέρηση στην απόκριση των χαρακτήρων σε εντολές. Η υπερβολική του αυτοπεποίθηση όμως τον έσπρωξε να ανεβάσει αδοκίμαστη τη νέα, δική του έκδοση. Πίεσε τους επιταχυντές εικόνας στα άκρα, οι επεξεργαστές υπερθερμάνθηκαν, το παιχνίδι κρασάρισε. Πρώτη φορά ή εταιρεία αναγκάστηκε να ανεβάσει για μισή ώρα οθόνη με το μήνυμα servers are down for maintenance. Εκατομμύρια δολάρια χάθηκαν, μαζί και η δουλειά και το λαμπρό μέλλον του Mahesh. Ο μέντορας του κάλεσε παλιότερους προγραμματιστές από το team οι οποίοι έκαναν recovery στην προηγούμενη έκδοση και οι παίκτες συνέχισαν από το ίδιο σημείο. Χρειάστηκε βέβαια αμέσως μετά να τρέξουν ένα μικρό προγραμματάκι, ένα sting, που αναζητούσε και αφαιρούσε οποιοδήποτε bit πληροφορίας προστέθηκε στο πρόγραμμα την  τελευταία μισή ώρα, από τη στιγμή δηλαδή που ο Mahesh, «εκείνο το σπαστικό αρχίδι που νομίζει ότι τα ξέρει όλα» έκανε τη μαλακία του. Όταν τέλειωσε κι αυτό, όλα είχαν επανέλθει στο φυσιολογικό, εκτός από τα ταμεία της εταιρείας που θα άδειαζαν κατά κάτι εκατομμύρια για να πληρώσει αποζημιώσεις στους διαφημιζόμενους και να ξανακερδίσει το χαμένο έδαφος και την τρωθείσα φήμη της.

~~~~~~

Ήταν 2 Φεβρουαρίου όταν, ανοίγοντας το πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου μου, βρήκα τριάντα δύο τετράδια σπιράλ, γραμμένα μέχρι την τελευταία τους σελίδα. Όλα. Άνοιξα ένα, ήταν, χωρίς αμφιβολία, γραμμένα από εμένα. Δεν καταλάβαινα απολύτως τίποτα ούτε μπορούσα να εξηγήσω πότε ή και γιατί τα έγραψα.